Του Μάνου Λασκαράκη

Βρίσκεσαι στο Brighton. Μια παραθαλάσσια πόλη στις νοτιοανατολικές ακτές της Αγγλίας. Δυο-τρεις ώρες μακριά απ’ τα Λονδίνο. Μετά από μια βροχερή υποδοχή, αναμενόμενη σε μια χώρα που βρέχει τις περισσότερες ημέρες του έτους, τη δεύτερη ημέρα βγαίνει ο ήλιος. Αν είσαι γεννημένος και μεγαλωμένος σε μια πόλη σαν την Αλεξανδρούπολη, το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη ημέρα, είναι να περπατήσεις προς τη θάλασσα, ή στην προκειμένη, τον ωκεανό.

Το Brighton για τα δεδομένα της Βρετανίας είναι μια επαρχία. Ο πληθυσμός της δεν ξεπερνά τους 300.000 κατοίκους. Είναι επίσης ένας τουριστικούς προορισμός, τόσο για ξένους όσο και βρετανούς επισκέπτες. Το κέντρο της πόλης είναι ένας ιστός από δρόμους και πεζοδρόμους που κατηφορίζουν προς την ακτή. Από τον σιδηροδρομικό σταθμό, όπου βρίσκονταν και το ξενοδοχείο που διέμενα, σε πέντε με επτά λεπτά περπάτημα είχα φτάσει στον ωκεανό.

Εκεί τα νερά δεν είναι σαν τα δικά μας, της μεσογείου, που το φαινόμενο της παλίρροιας το πολύ-πολύ να βρέξει την άκρη της πετσέτας μας. Εκεί τα νερά φουσκώνουν μέτρα ολόκληρα, από έξι έως και δέκα σε ύψος, και πολλαπλάσια σε μήκος, ανάλογα με την μορφολογία της ακτής. Επίσης δεν είναι γαλαζοπράσινα και κρυστάλλινα, αλλά λασπώδη και σκοτεινά. Και είναι και παγωμένα. Δεν παύουν όμως να είναι νερά, με την αύρα τους, το κύμα τους, με τους γλάρους από πάνω να γρυλίζουν, με το φως του ήλιου να αντανακλά και να στραφταλίζει. Δεν παύουν επίσης να προσελκύουν εκατοντάδες πολίτες που, αν και άνοιξη ακόμα, προτιμούν ένα πικ νικ στην ακτή με την οικογένειά τους, από μια επίσκεψη στην ταβέρνα ή στο καφέ της πόλης.

Οι Άγγλοι ζουν σε μεγαλύτερες (και πιο βιομηχανοποιημένες) πόλεις από εμάς τους Έλληνες, αλλά πάσχουν λιγότερο από αστυφιλία. Αυτό δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο των Άγγλων βέβαια, αλλά και άλλων λαών, πλην ημών. Σε μια ηλιόλουστη μέρα τα πάρκα και οι ακτές είναι γεμάτες κόσμο κάθε ηλικίας που ίσως απολαμβάνουν το ρεπό τους ή κάνουν ένα διάλειμμα ανάμεσα στην εργασία ή το μάθημά τους. Το να ξαπλώνεις στο γρασίδι ενός πάρκου είναι κάτι που στην Ελλάδα μόνο ένα μικρό παιδί θα τολμούσε να κάνει, δυσαρεστώντας ίσως και τον γονέα του. Εκεί είναι κανόνας για όλους. Αλλά και τα πάρκα είναι πεντακάθαρα γιατί όλοι φροντίζουν να είναι.

Αλεξανδρούπολη – Brighton: Δυο πόλεις που μοιάζουν (;)
Αλεξανδρούπολη – Brighton: Δυο πόλεις που μοιάζουν (;)

Δεν ξεκίνησα όμως να γράφω αυτό κείμενο για να αναφερθώ στην αστυφιλία μας ή στα πάρκα μας που τα έχουμε μόνο για να τα κοιτάμε, αλλά γιατί περπατώντας στην παραλιακή ζώνη του Brighton, μερικές εικόνες μου φάνηκαν γνώριμες και έκανα κάποιους παραλληλισμούς. Η πόλη αυτή είναι κτισμένη κοντά στην ακτή, ενώ τους χωρίζει μια μικρή υψομετρική διαφορά, γύρω στα δέκα μέτρα, και το πρανές είναι χτισμένο με πέτρα, όπως ακριβώς και εδώ στην πόλη μας. Κατά μήκος του τείχους, υπάρχουν σκάλες για την πρόσβαση στην ακτή, όπως και στην πόλη μας. Από το τείχος μέχρι και εκεί που σκάει το κύμα, υπάρχει άφθονος χώρος προς αξιοποίηση, όπως και στην πόλη μας. Καλά ως εδώ με τις ομοιότητες. Αλλά ως εδώ. Γιατί από δω και πέρα υπάρχει μια ριζική διαφορά. Ότι στο Brighton ο χώρος αξιοποιήθηκε στο μέγιστο, ενώ σε εμάς εγκαταλείφθηκε– από τον Δήμο, από τους πολίτες, απ’ όλους μας. Αφέθηκε έρμαιο στη φθορά του χρόνου, του νοτιά, και διάφορων ασυνείδητων.

Καλές είναι οι παραλίες που έχουμε στην Νέα Χιλή, την Αγ. Παρασκευή, τα Δίκελλα, αλλά τις χαιρόμαστε δυο-τρεις μήνες το χρόνο. Ή κάνω λάθος; Ποιος από εσάς έκανε ένα περίπατο πλάι στο κύμα τον Οκτώβρη, τον Γενάρη ή τον Απρίλη; Γιατί σε αυτή την πόλη είμαστε «μαλωμένοι» με τη θάλασσα εννιά μήνες το χρόνο; Γιατί είναι η θάλασσα για μας μια «καλοκαιρινή αγάπη» και ξεχειμωνιάζουμε μέσα στα τσιμέντα; Ίσως γιατί μάθαμε στα «έτοιμα». Περιμένουμε το καλοκαίρι να καλμάρει τους νοτιάδες και να αποτραβήξει τα φύκια, τον ήλιο να φρεσκάρει την άμμο και να μεγαλώσει την ημέρα, και να είναι όλα έτοιμα για το πατροπαράδοτο έθιμο: «τα μπάνια του λαού».

Καλά και «τα μπάνια του λαού», και τον γράφοντα θα συναντήσετε σε κάποια παραλία μέρες του Αυγούστου, αλλά τόσο ο γράφων, όσο και αρκετός κόσμος που γνωρίζει, δεν θέλει τη θάλασσα να αποτελεί μόνο μια καλοκαιρινή ατραξιόν, θέλει τον Οκτώβρη και τον Απρίλη να κάνει μια βόλτα στην πόλη του πλάι στην ακτή, σε ένα όμορφο περιβάλλον χωρίς σκουπίδια και να μη νιώθει σαν την καλαμιά στον κάμπο, ούτε σαν γραφικός ερημίτης, αλλά μέλος μιας κοινότητας ανθρώπων.

Αλλά ας πάμε πίσω στο Brighton. Στην ζώνη που χωρίζει την πόλη από τον ωκεανό. Ένα μονοπάτι σε οδηγεί κατά μήκος της ακτής. Από τη μια μεριά ένα ψιλό βότσαλο, στρωμένο κλιμακωτά για να συγκρατεί να νερά της πλημμυρίδας, και από την άλλη μια μοναδική παρέμβαση που παντρεύει αρμονικά την ακτή με το αστικό περιβάλλον: Χώροι αναψυχής κι εστίασης που έχουνε τρυπώσει μέσα στο τείχος και του δίνουνε χρώμα, ζωντάνια και αξία. Εκεί που αντίστοιχα στη δική μας πόλη αντικρίζεις ένα άψυχο, στοιχειωμένο ντουβάρι, στο Brighton βλέπεις μουσεία θαλάσσης, αναψυκτήρια, εστιατόρια που σερβίρουν φρέσκο fish & chips, καντίνες που πουλάνε από βραστά μύδια έως ντόνατς με σοκολάτα, σχολές κανό και θαλάσσιου σκι, και γύρω απ’ όλα αυτά, διάφορες εικαστικές παρεμβάσεις, όπως διατηρημένες και φρεσκοβαμμένες ψαρόβαρκες που στέκουν ως εκθέματα πλάι στο μονοπάτι.

«Γιατί», αναρωτιέσαι, ένας λαός που ζει μέσα στη βροχή, σε μια γκρίζα λασπώδη ακτή, κατάφερε να στρέψει το μέτωπο της πόλης του στη θάλασσα, να την αξιοποιεί και να τη χαίρεται, και αντίθετα, η δική σου πόλη, που βρέχεται από μια θάλασσα με γαλανά νερά, να της έχει γυρίσει την πλάτη και να την κοιτά από ψηλά με τα κιάλια; Λέμε στην πόλη μας «πάμε παραλία» και εννοούμε απλά μια παραλιακή οδό, ένα οδόστρωμα δηλαδή, που δεν είναι και τόσο παραλιακό, απλά είναι το πλησιέστερο στην ακτή. Όσο για την παραλία αυτή καθ’ αυτή, τη χαίρονται μόνο οι γλάροι που αν είχαν στόμα θα μας έβριζαν για το χάλι που την έχουμε παρατήσει.

Άντε κι εμείς τη συνηθίσαμε. Μια πόλη καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Έλληνα φανατικού αστού. Ας μην την αλλάξουμε για εμάς, αν δεν κάνουμε κέφι. Ας την αλλάξουμε για τους επισκέπτες μας. Καταργείται σύντομα η βίζα για την είσοδο τούρκων τουριστών στη χώρα μας. Δεκατέσσερα εκατομμύρια κατοίκους έχει η Κωνσταντινούπολη, γράφει η Βικιπαίδεια. Σχεδόν δύο Λονδίνα, για όσους σκεφτήκατε το αντίστοιχο πλεονέκτημα του Brighton. Πόσοι άραγε, μεταξύ των εκατομμυρίων εν δυνάμει τουριστών, βρίσκονται αυτή τη στιγμή του ίντερνετ και googlάρουν τη λέξη «Alexandroupolis»; Όχι λίγοι, υποθέτω. Ευτυχώς, τα χάλια μας δεν εμφανίζονται ψηλά στο google images, απ’ ό,τι έλεγξα. Θα μπορούσε, όμως, ο ιντερνετικός επισκέπτης να μείνει πιο ενθουσιασμένος, αν οι αρμόδιοι του σχεδιασμού της παραλιακής ζώνης της Αλεξανδρούπολης, είχαν, έστω κατά το ήμισυ, το όραμα και την τεχνογνωσία εκείνων που σχεδίασαν και υλοποίησαν την αντίστοιχη ζώνη του Brighton.

 

 

 

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροTroll & Lol – Μάιος 2016
Επόμενο άρθροΤεύχος 4ο
Μάνος Λασκαράκης
Εκδότης - Διευθυντής στην Free Press 360 και στην Εφημερίδα ΓΝΩΜΗ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ