Μακρινές απιθωμένες εικόνες
κρέμονται συσσωρευμένες από τα χρόνια
στην κρεμάστρα της μνήμης μου,
σαν την παλιά ξύλινη ντουλάπα στο πατρικό,
που ανέγγιχτη έτριζε, καθώς την πλησίαζα
και από το πλάι έβλεπα τα σκονισμένα της ρούχα,
που πια δεν ταιριάζουν ούτε στο μέγεθος,
μα ούτε και στο ρεύμα της εποχής.

Μη ξεχαστώ,
στέλνω τις εικόνες μου πότε πότε για φρεσκάρισμα,
το σούρουπο,
να τις δει λίγο το πορτοκαλί χρώμα του ήλιου,
μπας και σβηστούν τα κίτρινα σημάδια τους στους γιακάδες
και στα μπατζάκια των παντελονιών,
μα φοβάμαι μη ξεμυτίσουν πέρα απ’ τα σύννεφα και ξεχαστούν,
όπως τα μικρά παιδιά που τρέχουνε ανέμελα
και ξεχνιούνται στις αλάνες της γειτονιάς τους.

Άραγε αυτές θα γύριζαν ποτέ πίσω αν συνέβαινε κάτι τέτοιο;
Με ποιους όρους θα συναινούσαν σε μία επιστροφή;
Ίσος το πρόσχημα να συμπληρώσουν ξανά το παζλ της ύπαρξής μου
να μην τις αφορά και έτσι τρομάζω στην ιδέα της απώλειας.

Όμως κάτω από το ασημένιο φως της πανσελήνου αναθαρρεύω
και λογίζομαι ακόμη και τ’ ανύπαρκτα,
φορώντας τα γρήγορα με μία ένοχη φρονιμάδα,
πίσω από τις σιωπηλές σκιές των δέντρων
και έτσι τα σέρνω για χρόνια ξεσκισμένα
από πανσέληνο σε πανσέληνο,
γιατί στη ντουλάπα του κάποτε είναι αδύνατο να υπάρξουν,
μιας και ποτέ δεν υπήρξαν,
μα και αυτά ακόμη τα δέχομαι,
σαν να είναι ένα παλιό κομμάτι της ύπαρξης μου
κρεμασμένο στη ντουλάπα της μνήμης,
που ανέγγιχτη τρίζει ακόμα.

LEAVE A REPLY