Η συμπόνια του καναπέ είναι  ένα απ’ τα αγαπημένα μας σπορ.  Μηδενός εξαιρουμένου. Την απλώνουμε σαν παντεσπάνι στα social media και από πάνω έρχονται και κάθονται τα likes σαν κερασάκια στην τούρτα. Κι έτσι ο ένας «καταναλώνουμε» τη συμπόνια του άλλου, και «χορταίνουμε» νομίζοντας πως κάναμε το καθήκον μας, πως κάποιος υπεύθυνος θα ακούσει τις φωνές μας, τα δάκρυά μας και θα λύσει το προσφυγικό με ένα μαγικό ραβδί.

Ποιος υπεύθυνος; Το Κράτος, η Ευρώπη, η Διεθνής Κοινότητα, κάποιος μακριά από εμάς τέλος πάντων. Θαρρείς κι εμείς ζούμε σε άλλη χώρα, σε άλλη ήπειρο. Θαρρείς και δεν ήμαστε μια ενεργή μονάδα απ’ τα επτακόσια πενήντα εκατομμύρια του πληθυσμού της Γηραιάς Ηπείρου, αλλά σε ένα διαστημικό σταθμό και κοιτάμε το δράμα από ψηλά ανήμποροι να επέμβουμε.

Θέλουμε ανοιχτά σύνορα, θέλουμε την Ευρώπη να βοηθήσει στο ένα, το κράτος να βοηθήσει στο άλλο, τους Δήμους στο παράλλο κ.ο.κ. Είναι αυτονόητα αυτά που ζητάμε με βάση το κοινό αίσθημα. Δεν είναι υπερβολή. Αλλά μέσα στο συναίσθημα ξεχνάμε μια απαραίτητη δόση λογικής. Που λέει τι; Ότι για να γίνουν όλα αυτά όπως τα θέλουμε, ο καναπές θα πρέπει να φύγει κάτω απ’ τον πισινό μας, όπως και λίγος παράς να φύγει από τις τσέπες μας.

Το κράτος είναι μια μηχανή. Κουρδισμένη ή ξεκούρδιστη είναι άλλο θέμα. Το καύσιμο όμως είσαι εσύ. Κι αν το κράτος πρέπει να τρέξει παραπάνω, από σένα θα ζητήσει το λογαριασμό. Και σαν αντάλλαγμα τι θα πάρεις; Τίποτα. Αν προσφερθείς όμως μόνο σου να βοηθήσεις, τότε θα πάρεις ένα μεγάλο αντάλλαγμα: την ανθρωπιά σου.

Αν λοιπόν οι φωτογραφίες και τα βίντεο απ’ τους πρόσφυγες να περπατάνε μέσα στη βροχή και να κοιμούνται σε αντίσκηνα μας θλίβουν, ήμαστε πρόθυμοι να πάρουμε το αυτοκίνητό μας και να τους πάμε οδηγώντας μέχρι την Ειδομένη; Να ανοίξουμε τα σπίτια μας και να τους φιλοξενήσουμε για ένα-δυο βράδια; Δύσκολες ερωτήσεις. Ακόμα και όταν τις θέτεις στον εαυτό σου. Ευτυχώς που δεν απαιτείς απάντηση.

Έχει πολλά ερωτήματα σαν κι αυτό. Ώρες-ώρες νιώθεις τυχερός που είσαι ένας απλός πολίτης και πιάνεις διάλογο με τον εαυτό σου ή με το πληκτρολόγιο. Δεν είσαι σε ένα πάνελ, ούτε κρατάς μικρόφωνο για να απαντάς σε ερωτήσεις ζόρικες, σαν να σε έχουν στήσει στο τέρμα και να σε βαράνε πέναλτι. Μα και αυτοί που βγαίνουν στα πάνελ δεν απαντούνε πάντα, έχουνε κι άλλη επιλογή, τη σιωπή.  Σαν η εστία τους μην έχει δίχτυα και αν δεν αποκρούσουν την μπάλα την αφήνουν να πάει στα αζήτητα. Έτσι κάνουν οι περισσότεροι ιθύνοντες.

Τι χαρούμενο μπορείς να γράψεις αυτές τις μέρες; Για τις Απόκριες. Τι να ντυθούμε; Λάθος ερώτημα. Μάσκες φοράμε όλοι. Της καθημερινότητας: της αδιαφορίας ή της συμπόνιας. Αντίθετες ακούγονται αλλά πάλι είναι μάσκες. Όποια κι αν φοράς, στο ζεστό σου σπιτικό θα κοιμηθείς πάλι το βράδυ. Οι μόνοι αμασκάρευτοι των ημερών είναι εκείνοι που ξεριζώθηκαν και ξεχειμωνιάζουν στους δρόμους. Ό,τι βλέπεις ζωγραφισμένο στα δικά τους πρόσωπα είναι πραγματικό.

Το μόνο χαρούμενο που μπορείς να γράψεις είναι για τις προσπάθειες των πολιτών. Την συγκέντρωση τροφίμων,  ρούχων, φαρμάκων και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης. Όσα κι αν δώσεις βέβαια, αν μετρήσεις μετά τα υπάρχοντα που έχεις σπίτι σου θα δεις πως τα μισά είναι σε αχρηστία. Και τα μισά «απαραίτητα» αν θελήσεις αύριο να τα πακετάρεις για μετακόμιση θα χρειαστείς ένα φορτηγό. Ποια θα διάλεγες άραγε αν είχες μόνο την ράχη σου για όχημα;

Δεν είναι απαραίτητο να απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα. Απλά να γνωρίζεις ότι έκανες το ελάχιστο και όχι το τίποτα. Αν κλείσεις για λίγο την τηλεόραση, το ίντερνετ, το ραδιόφωνο, όλα ξεχνιούνται.  Δεν είσαι εσύ υπεύθυνος για όλα τα δεινά του κόσμο, έχεις όμως και μια ευθύνη: να μη δημιουργείς εσύ νέα δεινά. Γιατί όλες οι εμπόλεμες κοινωνίες πρώτα υπήρξαν ειρηνικές, σαν τη δική σου, μα δεν τα κατάφεραν.

 

 

LEAVE A REPLY