του Μάνου Λασκαράκη

Αν ανοίξεις ένα λεξικό (κρατώ του Μπαμπινιώτη στα χέρια μου) γράφει για τη λέξη καλοκαίρι : «η θερμότερη από τις τέσσερις εποχές του χρόνου, αυτή που ακολουθεί της Άνοιξης και προηγείται του Φθινοπώρου. Στο Βόρειο Ημισφαίριο περιλαμβάνει τυπικά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο και αστρονομικώς αρχίζει από το θερινό ηλιοστάσιο (21 Ιουνίου) και τελειώνει  με τη φθινοπωρινή ισημερία (22 Σεπτεμβρίου)».

Αν ζεις στην Αυστραλία και ανοίξεις το αντίστοιχο λεξικό ενός «Μπαμπινιώτη» από το Σίντνεϊ, θα σου αναφέρει ως καλοκαιρινούς μήνες τους Νοέμβρη, Δεκέμβρη και Φλεβάρη.

Ποια από τις παραπάνω πληροφορίες εμπεριέχεται στο δικό σας αυθόρμητο νόημα και αίσθημα περί καλοκαιριού;  Αν δεν είστε μετεωρολόγος ή αστρονόμος μάλλον καμία, εκτός από τη λέξη Αύγουστος παραπέμπει σε διακοπές, εφόσον δεν κατάγεστε από τον Νότιο Ημισφαίριο.

Ας αφήσουμε τα λεξικά κι ας γίνουμε «χειρούργοι» των λέξεων. Το καλοκαίρι έχει Καλό Καιρό, θέλει να πει απλά ο ποιητής και εμπνευστής που βάφτισε την εποχή. Δεν το είπε θερμο-καίρι, παρόλο που κάποιες μέρες κάνει του σκασμού. Θέλησε να της δώσει ένα θετικό πρόσημο, παρά να την περιγράψει. Στον αντίποδα η λέξη χειμώνας προέρχεται από την αρχαία «χειμών» κι αυτή απ’ τη λέξη «χείμα» που σημαίνει κρύο. Όνομα και πράμα ο Χειμώνας. Αν και μας κάνει πολλές κακο-καιρίες, κανείς λεξιπλάστης δεν τον κακολόγησε και δεν τον βάφτισε προσβλητικά «κακο-καίρι». Γιατί άραγε;

Αν συναντήσουμε μια φίλη ή ένα φίλο στο δρόμο μετά από καιρό πιθανότητα να του πούμε «ομόρφυνες».  Δεν θα πούμε ποτέ σε κανέναν «ασχήμυνες», ακόμα κι αν έχει τα μαύρα του τα χάλια. Για τον ίδιο λόγο και ο Χειμώνας τη «γλύτωσε» απ’ τα «νύχια» των γλωσσολόγων. Δεν το ‘χουμε δα και εύκολο σαν πολιτισμός να βαφτίζουμε με άσχημα ονόματα τον οποιονδήποτε, ορατό ή αόρατο, μας γυροφέρνει και μπαινοβγαίνει στη ζωή μας, γιατί και οι μήνες και οι εποχές τέτοιοι είναι, με κεφαλαίο γράμμα τους γράφουμε, σαν να τους έχουμε δώσει ζωή και προσωπικότητα.

Κι αφού αφήσαμε και λεξικά ας αφήσουμε και το «νυστέρι» για να αναζητήσουμε το θετικό πρόσημο της εποχής που αστρονομικά δεν μπήκε ακόμα (το άρθρο αυτό συντάσσεται στις 12 Ιουνίου) αλλά ο συντάκτης νιώθει καλοκαίρι, γιατί το να κάθεσαι να γράφεις στις εννιά το βράδυ ξυπόλυτος και χωρίς μπλούζα, άλλη εποχή του χρόνου δε γίνεται.

Ποια είναι η «αρχαιότερη» ανάμνηση και εικόνα που έχουμε όλοι για το καλοκαίρι; Όταν ήμασταν μικρά παιδιά. Ήταν η εποχή που σταματούν οι υποχρεώσεις. Σχολείο τέλος, φροντιστήρια τέλος, διάβασμα τέλος, επιτήρηση, εξετάσεις και άγχος τέλος. Για τρεις μήνες η μόνη σου υποχρέωση είναι να πλένεις τα δόντια σου! (και πολλές μέρες το «ξεχνάς»). Είναι επίσης η εποχή που ανθίζουν οι ελευθερίες. Κάθεσαι με τους φίλους στους δρόμους και τις γειτονιές αντί να είστε κλεισμένοι στους τοίχους. Πηγαίνετε στα πάρκα, στις αλάνες, στις παραλίες. Κάνεις και λίγο άνω-κάτω τον κόσμο με φασαρίες, σκανδαλιές και πειράγματα.

Τι θα έγραφε ένα παιδί στην έκθεση αν του έβαζες θέμα «Το καλοκαίρι»; Τίποτα, φαντάζομαι, από αυτά που γράφονται στα λεξικά και τις εγκυκλοπαίδειες. Τι θα έγραφα εγώ για το καλοκαίρι για λογαριασμό ενός παιδιού; Θα ‘γραφα πως είναι η εποχή που δεν βάζουν τα παιδιά να γράφουν εκθέσεις. Μόνο τ’ αφήνουν να τις ζούνε.

Με αυτή τη «βαριά» κληρονομιά καλείσαι αργότερα να «αντιμετωπίσεις» το καλοκαίρι και τις προκλήσεις του ως εργαζόμενος (ή ίσως άνεργος) ενήλικας. Το πλύσιμο των δοντιών μπροστά στις υπόλοιπες υποχρεώσεις και ανησυχίες σου μοιάζει σαν μια πνοή μωρού μπροστά σε έναν ανεμοστρόβιλο.

Όταν είσαι μικρός απορείς γιατί σταματάνε μόνο τα σχολεία το καλοκαίρι κι γιατί όχι τα «γραφεία» των γονιών σου. Σήμερα απορείς και προσπαθείς να θυμηθείς πώς ήταν τότε που ζούσες για τρεις ολόκληρους μήνες χωρίς καμία υποχρέωση. Σήμερα ζεις στον ανεμοστρόβιλο. Παρόλα αυτά, όσα χρόνια κι αν περάσεις μέσα στη δύνη του, η ερμηνεία ενός λεξικού για τη λέξη καλοκαίρι ποτέ δεν θα γίνει για σένα πιο πειστική και γνήσια απ’ ό,τι η έκθεση ενός μικρού παιδιού. Δεν είναι απλά μια εποχή που προηγείται της μιας και έπεται της άλλης. Έχει ένα θετικό πρόσημο και παραμένει αναλλοίωτο.

Κι εσύ, αλλοιωμένος, προσπαθείς μερικές μόνο στιγμές να συντονιστείς. Σαν να ακούς ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο τρέχοντας και να χάνεις συνέχεια στο σταθμό. Όταν κυνηγάς το «σήμα» σου ξεγλιστρά, μα είναι κάποιες στιγμές που το βρίσκεις ή σε βρίσκει αυτό. Ίσως τυχαία.

LEAVE A REPLY