Στις 26 του Νοέμβρη, ξυπνάω το πρωί, κοιτώ την ώρα στο κινητό μου, έχω ένα νέο μήνυμα. «Ξύπνησες; Θα περάσω απ’ το σπίτι σου, θα φέρω και καφέ. Έχω δυσάρεστα νέα». Το μυαλό σου, αν μη τι άλλο, πάει στο κακό. «Ξύπνησα. Σε περιμένω. Τι συνέβη;», απαντάω.
Σε λίγη ώρα χτυπάει το κουδούνι. Ανοίγω. Μπαίνει ο Τάσος με δυο καφέδες στα χέρια. Σοβαρός. Δεν μου άρεσε αυτό. «Τι έγινε;», ρωτάω. «Δεν τα έμαθες», μου λέει, «πέθανε ο Φιντέλ!». Χαμογέλασα. Το ίδιο κι ο Τάσος. Μα είχαμε τους λόγους μας.

Ήταν Άνοιξη του 2008, όταν πίνοντας μπύρες σε ένα μπαρ παρέα με τον φίλο και παλιό συμμαθητή, μας ήρθε η ιδέα : «πάμε στην Κούβα!» Και η ιδέα ξεκίνησε γρήγορα να γίνεται πράξη. Κλείσαμε εισιτήρια για τον Αύγουστο. Μεσολάβησαν τρεις – τέσσερις μήνες όπου ξεκοκαλίσαμε ταξιδιωτικούς οδηγούς επιβίωσης. Μάθαμε λίγα «τουριστικά» Ισπανικά. Τυπώσαμε χάρτες και διαδρομές. Διαβάσαμε Ιστορία. Σεργιανίσαμε στο google earth. Προετοιμάζεσαι και νομίζεις πως τα ‘μαθες όλα. Είσαι έτοιμος. Μα δεν είσαι.

Όταν κατεβαίνεις από το αεροπλάνο και πατάς το πόδι σου στην άλλη άκρη της Γης, μόνο η αύρα του αέρα σε κάνει να ξεχνάς όσα πρόσφατα διάβασες και είδες στην οθόνη σου. Το άρωμα και η γεύση του αέρα που αναπνέεις εσωκλείουν όλα αυτά που σύντομα θα διαβούνε τις αισθήσεις σου. Το αποικιακό μπαρόκ, το παλαιωμένο ρούμι, το άρωμα των τυλιγμένων στο χέρι πούρων, τα τροπικά δάση, τα σοκάκια της Αβάνας γεμάτα παιδικά γέλια.

Η βόλτα με το ταξί από το αεροδρόμιο της Αβάνας προς στο ξενοδοχείο ήταν μια αξέχαστη κούρσα. Δρόμοι με νησίδες από φοινικόδεντρα. Αυτοκίνητα μια περασμένης εποχής. Σχολικά λεωφορεία γεμάτα παιδάκια με ποδιές. Χιλιάδες ντόπιοι να πηγαίνουν στις δουλειές τους, οι περισσότεροι με τη στολή του κρατικού υπάλληλου. Ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο. Σαν μια ταινία του ‘50 που ντύθηκε με έντονα χρώματα. Όλα μοιάζουν μέλι γάλα μέχρι που ένας θόρυβος διακόπτει την κούρσα. Ο οδηγός σταματά το ταξί. Βγάζει μια βαλίτσα με εργαλεία κι ένα μουσαμά που τον απλώνει στην άσφαλτο. Ξαπλώνει κάτω από το αυτοκίνητο καταμεσής του αυτοκινητόδρομου και επισκευάζει τη μηχανή. Με ένα απλό νόημα με το χέρι σαν να μας λέει: «μην ανησυχείτε». Σε 5 λεπτά ήταν έτοιμο. Βάζει μπροστά τη μηχανή και συνεχίζει. Δεν χρειαστήκαμε άλλη στάση. Ήταν δουλειά ρουτίνας.

Είχαμε κλείσει δωμάτιο σε ξενοδοχείο στην Παλιά Αβάνα. Μια περιοχή γεμάτη όμορφα κτήρια. Το αποικιακό μπαρόκ κυρίαρχο στην αρχιτεκτονική. Αλλά και η φθορά του χρόνου παντού έντονη. Ξεθωριασμένες μπογιές. Γκρεμισμένοι σοβάδες. Ετοιμόρροπα κουφώματα. Κατά ένα μαγικό τρόπο, όμως, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν κάνει την εικόνα αποκρουστική. Και ίσως ακριβώς το αντίθετο. Σε κάνει να πιστεύεις, ότι όλα αυτά που βλέπεις, είναι στα αλήθεια μια εικόνα από το παρελθόν. Δεν έχει «φτιαχτεί» έτσι αυτός το τόπος για να σε εντυπωσιάσει. Όχι, δεν προσποιείται. Σου παρουσιάζεται όπως ήταν μισό αιώνα πριν. Ο χρόνος δεν του έδωσε τίποτα καινούριο, όπως κάνει στις δικές μας πόλεις, που κάθε χρόνο, σε κάθε γωνιά, κάτι αλλάζει. Εκεί ο χρόνος το μόνο χνάρι που αφήνει είναι η φθορά.

Φθορά στα τσιμέντα και τις μπογιές. Μόνο. Οι άνθρωποι δεν φθείρονται. Προσαρμόζονται. Σα χαμαιλέοντες. Σα μαχητές. Πάνω τους βλέπεις όλα τα χρώματα, από τα μπαρόκ σπίτια ως το ρούμι, από τον σκούρο καπνό ως τα εξωτικά φρούτα. Το χαμόγελο είναι χαμόγελο. Όπως το έμαθες στην οικογένεια σου, στην πόλη που μεγάλωσες, σε κάθε σταθμό της ζωής σου. Έτσι κι εκεί.

Στην πρώτη μας πρωινή βόλτα, μου διαφεύγει το όνομά του, αλλά θυμάμαι ακόμα το χαμόγελό του. Ένας ποδηλάτης. Όχι αθλητής ή χομπίστας αλλά ποδηλάτης ταξί. Κρατικός υπάλληλος. Μετέφερε τουρίστες από την μια άκρη της Αβάνας στην άλλη με το πόδι στο πηδάλι. Μας έμαθε με τα ονόματά μας. Είχε πάντα βάρδια εκεί στη γειτονιά, και μας φώναζε από μακριά: «Μάνος, Τάσος, πού θα σας πάω σήμερα;». Μιλούσε και καλά τα αγγλικά. Από τους λίγους εκεί.

Το δημοφιλέστερο μεταφορικό μέσο για τουρίστες στην Αβάνα

Όχι μόνο μας πήγε όπου θέλαμε, αλλά μας βρήκε εστιατόρια να φάμε, μπαρ για να βγούμε και σπίτι να μείνουμε. «Casa particular», τα λένε εκεί. Κουβανικές οικίες με δωμάτια προς ενοικίαση για τουρίστες. Γίνεσαι ένα «μέλος» μια ντόπιας οικογένειας. Ξυπνάς το πρωί και η σπιτονοικοκυρά σου φτιάχνει πρωινό με φρούτα που δεν είχες δει ποτέ ούτε στον ύπνο σου. Το μεσημέρι σου σερβίρει μαυρομάτικα φασόλια με κοτόπουλο ή, αν είσαι πιο τυχερός, αστακό. Και για το βράδυ απλά σου δίνει το κλειδί του σπιτιού να βγεις να διασκεδάσεις, και σου λέει διακριτικά: «όταν γυρίσεις φρόνιμα».

Ένας ποδηλάτης και μια σπιτονοικοκυρά. Χαμόγελα και φιλοξενία που κάνουν τη ζωή ενός ταξιδιώτη ευχάριστη. Αυτά τα δυο πρόσωπα, όμως, δεν είναι δυο τυχαίοι Κουβανοί. Είναι δυο Κουβανοί που έχουν το προνόμιο να διαθέτουν κρατική άδεια να σε εξυπηρετήσουν. Από την καλημέρα έως την οικονομική συναλλαγή, όλα γίνονται υπό την σκέπη ενός συγκεκριμένου νομικού πλαισίου.

Δεν είναι το χαμόγελο τους ψεύτικο, ούτε η φιλοξενία αβαρία. Απλά σε αυτούς τους δύο έχουν τη δυνατότητα να εκφραστούν ελευθέρα και αβίαστα. Γιατί οποιοσδήποτε κουβανός πολίτης σου μιλήσει στο δρόμο, έξω από την επαγγελματική του δραστηριότητα, μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ύποπτος για παράτυπη οικονομική συναλλαγή, για παρενόχληση ή πορνεία. Κι αυτό γρήγορα το διαπιστώνεις. Όταν βλέπεις να σε πλησιάζουν διάφοροι περαστικοί, για να σου προσφέρουν μια υπηρεσία, όπως να σου δείξουν το δρόμο, να σου βγάλουν μια φωτογραφία ή να σου πουλήσου πούρα, κι όλα αυτά έναντι μερικών πέσο, το κάνουν κοιτώντας πρώτα προσεκτικά δεξιά κι αριστερά, για να μην τους πάρει χαμπάρι κάποιος από τους αμέτρητους αστυνομικούς που φρουρούνε την Αβάνα.

Μας έτυχε τουλάχιστον τρεις φορές τις λίγες ημέρες που ήμασταν εκεί, να δούμε αστυνομικό να γράφει σε μπλοκάκι τα στοιχεία ενός κουβανού πολίτη, επειδή απλά και μόνο τόλμησε να μας πει μια κουβέντα. Τα χειρότερα δεν τα είδαμε. Σίγουρα δεν γίνονται μπροστά στα μάτια των τουριστών.

Δεν είναι η Κούβα αυτό που μερικοί νομίζουν ακούγοντας ιστορίες. Ότι πας και γίνεσαι μια αγκαλιά με τους ντόπιους. Ότι συναναστρέφεσαι και διασκεδάζεις μαζί τους κάτω από το φως του ήλιου. Όχι. Όλα γίνονται κάτω από το φόβο και το σκοτάδι. Μια απέραντη μαύρη (κυριολεκτικά και μεταφορικά) οικονομία που συναινούν και οι δυο πλευρές. Ο τουρίστας γιατί περνάει καλά και δεν τον αγγίζει κανένας νόμος, και ο ντόπιος γιατί μπορεί να κερδίσει με μια ώρα ένα μηνιάτικο. Το καθεστώς, ίσως σε ένα βαθμό κάνει και αυτό τα στραβά μάτια. Γιατί η μαύρη οικονομία της Κούβας σίγουρα είναι πολλαπλά μεγαλύτερη από τον προϋπολογισμό σε μισθούς και συντάξεις.

Το χαμόγελο επιβιώνει και μέσα στο φόβο. Όχι μόνο εκεί. Σε κάθε γωνιά του κόσμου. Όπου έχει ουρανό και θάλασσα. Όπως στη Μαλεκόν. Την παραλιακή οδό της Αβάνας. Ένας απέραντος δρόμος κατά μήκος της ακτής. Από τη μια πλευρά το γραφικό αστικό τοπίο, από την άλλη ο ωκεανός. Εκεί, στο μεταίχμιο, μετά το σούρουπο θα δεις μια μαγική εικόνα. Εκατοντάδες κουβανοί πολίτες στριμώχνονται σε ένα πεζούλι που χωρίζει τη στεριά με τη θάλασσα. Είναι το βραδινό τους στέκι. Τα μπαρ είναι για τους τουρίστες και τις πόρνες. Η ψυχή της Κούβας είναι οι δρόμοι. Μικρές και μεγάλες παρέες, με επιτραπέζια παιχνίδια, με ένα μπουκάλι ρούμι, με χορούς, φλερτ και νταραβέρια.

Οι δρόμοι είναι η ψυχή της Αβάνας

Κι όταν αδειάσει η Μαλεκόν, το πάρτι συνεχίζεται στα σοκάκια. Μερικές φορές μακριά απ’ το βλέμμα σου. Περπατάς κι ακούς μουσικές μες απ’ τις σκοτεινές γειτονιές, απ’ το πουθενά, μες απ’ τα τσιμέντα, νομίζεις πως έχεις παραισθήσεις. Ή πως το αυτί που φτάνει μακριά και η ματιά σου σε προδίδει. Μες το σκοτάδι μπορεί να ακούσεις από δυο χείλη μια πρόσκληση: «Έλα». Παντού είσαι ευπρόσδεκτος. Γιατί κάτι παραπάνω κουβαλάς στην τσέπη σου. Αργότερα μπορεί να σου πούνε «κρύψου» ή «φύγε». «Έρχεται η αστυνομία». Όχι για σένα. Γι’ αυτούς. Εσύ είσαι αόρατος. Αυτοί είναι υπόλογοι. Εσύ είσαι ο σταρ. Αυτοί είναι οι κομπάρσοι. Εσύ είσαι το συνάλλαγμα. Αυτοί είναι το αντάλλαγμα. Οι νόμοι της αγοράς, πιο κυνικοί παρά ποτέ, εκεί, στην καρδιά του κομουνισμού.

«Επανάσταση», θα τη δεις παντού γραμμένη. Στις πλατείες, στους δρόμους, στους τοίχους, στα πρόσωπα πολλών κουβανών. Σε ένα μικρό πόστερ καρφιτσωμένο σε μια καντίνα ενός φτωχού μικροπωλητή.

Τι είναι η επανάσταση; Να σχίσεις το κουκούλι να βγει η πεταλούδα. Να σπάσεις τα αβγά να κάνεις ομελέτα. Να γκρεμίσεις τις πύλες της παράνοιας με πολιορκητικό κριό τη λογική. Να πετάξεις τη μολυσμένη σου γούνα να περπατήσεις γυμνός στο κρύο. Να γίνει το big bang, να απελευθερωθεί η ενέργεια, να χτιστεί η ύλη.

Το big bang κρατά μια στιγμή. Ο απόηχός του για πάντα. Μα δεν τον βλέπεις γραμμένο στον νυχτερινό ουρανό, ούτε ζωγραφισμένο στη θάλασσα, ούτε θα τον ακούσεις στο κύμα που σκάει στην ακροθαλασσιά. Είναι βουβός. Κρυμμένος εκεί που δεν φτάνουν οι αισθήσεις μας. Δεν φτάνει καν η λογική του κοινού νου, παρά μόνο μερικών μαέστρων της αστροφυσικής.

Στην Κούβα πώς γίνεται το «big bang» να είναι ακόμα εκεί; Γραμμένο σε κάθε ξεθωριασμένο κομμάτι τσιμέντου την Αβάνας; Σε κάθε επιγραφή, σε κάθε σύνθημα; Σε κάθε λόγο διθύραμβο που απευθύνει ο ηγέτης στον λαό του; Πώς γίνεται και ο απόηχος «φαίνεται» με «γυμνό μάτι»; Στον μεροκαματιάρη Κουβανό και στον τουρίστα; Ή μήπως είναι όλα μια ψευδαίσθηση…;

Η επανάσταση δεν είναι πια εκεί. Ο απόηχός σκόρπισε τόσο μακριά, που ούτε τα πιο εξελιγμένα όργανα της επιστήμης δεν μπορούν πια να την «ακούσουν». Η «πεταλούδα» μπήκε πια σε ένα νέο «κουκούλι». Τα τείχη της παράνοιας σηκώθηκαν πάλι ψηλά. Η «γούνα» του σοσιαλισμού μολύνθηκε. Ό,τι βλέπεις και διαβάζεις στους δρόμους δεν είναι παρά μια βαλσαμωμένη επανάσταση. Τη διατηρεί το καθεστώς, γιατί φοβάται πως αν την αφήσει να σβήσει, ίσως θα ξαναγεννηθεί. Κι ό,τι νέο γεννιέται είναι κατά κανόνα αντικαθεστωτικό.

Ένα κοριτσάκι εξασκείται στο μπαλέτο σε μια ταράτσα. Η νέα γενιά θα κάνει ένα άλμα προς στο μέλλον;

LEAVE A REPLY