Ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματα των ανθρώπων, έχω παρατηρήσει, είναι πως αδυνατούμε να κάνουμε διάλογο. Και τι εννοώ διάλογο; Όχι μια απλή ανταλλαγή απόψεων, συχνά αδιέξοδη, αλλά μια εκατέρωθεν ακρόαση. Γιατί ο διάλογος πάνω απ’ όλα γίνεται για να ακούσεις, κι όχι τόσο για να πεις. Για να ακούσεις κι έπειτα να σκεφτείς, πως δεν είσαι παρά ένα ζευγάρι μάτια που θωρούνε τον κόσμο μέσα από μια στενή οπτική γωνία. Στενή, αναπόφευκτα, γιατί κανείς μας δεν μπορεί να βιώσει ένα γεγονός από περισσότερες από μια θέσεις ταυτόχρονα, όχι απλά γεωγραφικές, αλλά και κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές και ευρύτερα ιδεολογικές.

Ένα απλό παράδειγμα: Δύο διαιτητές διαφωνούν για την πορεία της μπάλας στη φάση ενός αγώνα μπάσκετ. Ένα πιο σύνθετο: Δύο ευρωπαίοι πολίτες διαφωνούνε για τις επιπτώσεις από την αύξηση του αριθμού των προσφύγων-μεταναστών στη Γηραιά Ήπειρο. Στην πρώτη περίπτωση η διαφωνία μάλλον οφείλεται στη διαφορετική οπτική γωνία των διαιτητών. Εδώ υπάρχει η λύση του βίντεο. Επιπλέον πρόκειται για ένα σύντομο παιχνίδι που πρέπει να ολοκληρωθεί. Υπάρχουν κανόνες που λύνουν τις διαφορές. Η έσχατη, κορόνα γράμματα. Στη δεύτερη περίπτωση η διαφωνία δεν προκύπτει από τη διαφορετικά θέση δύο πολιτών επάνω στο τερέν, αλλά απ’ τη διαφορετική παιδεία τους, τα βιώματά τους, τον θρησκευτικό τους προσανατολισμό. Γι’ αυτούς δεν υπάρχει βίντεο να τους λύσει τις διαφορές. Κι όσο γι’ αυτά που μας διδάσκει η Ιστορία, ποτέ δεν είναι αρκετά.

Ζήτα από δέκα ανθρώπους να καθήσουν περιμετρικά γύρω από ένα δέντρο και να το ζωγραφίσουν. Το αποτέλεσμα θα είναι δέκα σκίτσα που κανένα δεν θα είναι ταυτόσημο με το άλλο, γιατί κανένα δέντρο δεν αναπτύσσει συμμετρικά τα κλαριά του και τις φυλλωσιές του. Είναι επίσης αναμενόμενο, ότι μερικά σκίτσα θα είναι πιο καθαρά, πιο ρεαλιστικά από μερικά άλλα τσαπατσούλικα και κακότεχνα. Είναι προφανές ότι υπάρχουν χαρισματικοί άνθρωποι ανάμεσά μας που αντιλαμβάνονται και κατανοούν τον κόσμο καλύτερα από μερικούς άλλους. Ακόμα και αυτοί οι χαρισματικοί όμως, δεν πρέπει να αγνοήσουν το κακότεχνο σκίτσο του σχεδιαστή που κάθονταν αντικρυστά τους. Ακόμα και ο χαρισματικός, ο καλλιεργημένος έχει να μάθει πολλά απ’ τον ατάλαντο, τον αμαθή, γιατί του μεταφέρει, έστω και κακότεχνα, ένα κομμάτι της πραγματικότητας που δεν είναι σε θέση να δει με τα μάτια του.

Ένα δέντρο μπορεί εύκολα ο κάθε ένας μας να το γυροφέρει μια βόλτα. Να καθίσει σε κάθε γωνιά του, να δει πόσες αλήθειες και πόσα «ψέματα» κρύβουν τα σχέδια των άλλων. Στην πραγματική ζωή όμως κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Δεν μπορώ εγώ για παράδειγμα να δω τα σημερινά γεγονότα ταυτόχρονα με το μάτι ενός αριστερού, ενός κεντρώου κι ενός δεξιού, ενός χριστιανού, ενός άθεου κι ενός μουσουλμάνου, ενός Έλληνα, ενός Γάλλου ή ενός Σύριου. Προφανώς είμαι κάποια απ’ όλα αυτά, αλλά όχι όλα αυτά μαζί.

Τι είναι λοιπόν ο διάλογος; Τι θα έπρεπε να είναι ο διάλογος; Να καμαρώνει ο κάθε ένας πόσο άρτιο είναι το σχέδιο που κρατά στα χέρια του; Να διαλαλεί πόσο καλά απεικονίζει το δέντρο με τις φυλλωσιές του; Ή μήπως μια ανταλλαγή σχεδίων από χέρι σε χέρι για να λυθεί το μυστήριο της πλήρους γεωμετρίας που έκαστος στερείται;

Η επικαιρότητα και το γεγονός είναι πάντα μόνο μια αφορμή. Ο δε λόγος μας να είναι κατά βάθος μια αφήγηση, μια προσωπική εξιστόρηση που ο κάθε ένας βλέπει πάνω στο γεγονός. Δεν έχουμε άποψη για τα πάντα. Έχουμε όμως μια άποψη που την τυλίγουμε πάντα και παντού σα ζελατίνα. Μια ζελατίνα που έχει το ίδιο χρώμα με τα βιώματά μας, τους πόθους μας, τα πιστεύω μας.

Βλέπουμε τα πάντα γύρω μας σαν εμάς. Όχι μόνο αυτά που ήμαστε αλλά και αυτά που φοβόμαστε. Κι οι φόβοι μας πάλι ήμαστε εμείς. Αυτά που μισούμε είναι το ίδιο ριζωμένα μέσα μας με αυτά που αγαπούμε. Ένα δίπολο, άσπρο – μαύρο.

Ο διάλογος είναι που παράγει το γκρι. Λόγοι του καθένα, ιστορίες κι αφηγήσεις που μας αλλάζουν τα χρώματα. Δίπολα διαφορετικού προσανατολισμού. Η πρώτη αντίδρασή μας είναι συχνά η άρνηση: «Αχρωματοψία θα ‘χει!», θα λέγαμε αλληγορικά. Και η φράση που ξεστομίζουμε στα αλήθεια: «Δεν ξέρει τι λέει!». Μήπως, όμως, δεν ξέρουμε να ακούμε;

Όπως κάνεις διάλογο με τους άλλους πρέπει να κάνεις με τον εαυτό του. Πώς; Να τον αμφισβητείς. Όχι τις δυνάμεις του, ούτε το πνεύμα του. Να αμφισβητείς τα συμπεράσματά του. Τα πιστεύω σου. Χωρίς να τα μηδενίσεις. Μόνο να τα δοκιμάζεις. Στις αντοχές του χρόνου, στα ρεύματα των καιρών. Δεν υπάρχουν ιδέες παντός καιρού. Υπάρχουν άνθρωποι αταξίδευτοι και απαίδευτοι που έχουν αγκιστρωθεί σε αυτές. Κι όταν έρχεται η ώρα της διάψευσής τους, όταν οι ιδέες τους γκρεμίζονται σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, θα τους δεις γυμνούς μα πεισματάρηδες μα μην παραδέχονται ούτε ένα λάθος τους. Γιατί; Γιατί για να παραδεχτείς το λάθος σου πρέπει να έχεις μια φωνή μέσα που θα αφουγκραστεί το λάθος.

Είναι εκείνη η φωνή που πρώτα σε αμφισβητούσε, που σε δοκίμασε καθημερινά, που μαζί της έκανες διάλογο και βγήκε νικήτρια. Εσύ έχεις χάσει, αλλά πάλι εσύ νίκησες. Η διαλεκτική σου.

Κερδισμένος στο διάλογο δεν είναι αυτός που φαίνεται νικητής. Είναι αυτός που άκουσε. Αυτός θα εξελιχθεί. Ο πρώτος θα μείνει στάσιμος. Το ίδιο και οι κοινωνία. Μια κοινωνία στάσιμων «νικητών». Οι ιδέες τους λάδι και νερό.

LEAVE A REPLY