Η Νάντια Κατσαρού είναι αυτό που λέμε «ταλέντο». Ίσως να τη θυμόσαστε από τα ρεπορτάζ της σε τοπικό τηλεοπτικό σταθμό, πριν λίγα χρόνια, όταν κάλυπτε την επικαιρότητα του νομού Ροδόπης, εποχή που, όπως λέει, κάποιες φορές, της λείπει πολύ.

Η Νάντια, κάτοικος Αθηνών, πλέον, έχει γράψει ένα νέο βιβλίο, με τον ευφάνταστο τίτλο «Νιάου βρε γατσούλα». Μιλά σήμερα στο 360 για το νέο της πόνημα, για τα social media, την κατάσταση στη χώρα, τον σύγχρονο Έλληνα, τη φιλία και αποκαλύπτει για ποιο λόγο θα κατέβαινε στο δρόμο συμμετέχοντας σε μία φανταστική, τεράστια διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας.

Νάντια, αρχικά, πόσο απεγνωσμένα σου λείπουν οι μέρες που δημοσιογραφούσες στη Ροδόπη;

Ναι, όντως, κάποιες φορές μου λείπουν απεγνωσμένα αυτές οι μέρες. Το κυνήγι της είδησης, το άγχος να μη μου ξεφύγει κάτι, το άγχος να προλάβω το επόμενο ρεπορτάζ, το άγχος να γράψω, να κόψω, να ράψω, να προλάβω το δελτίο, το άγχος να τελειώσουν νωρίς τα βραδινά ρεπορτάζ, μήπως καταφέρω να πάω σπίτι μου να κοιμηθώ. Ήταν ωραία άγχη αυτά, δημιουργικά και μου δίνανε ενέργεια για να κάνω άλλα τόσα. Τώρα σέρνομαι, αν και, τελικά, νομίζω είναι πολλοί οι λόγοι κι όχι μόνο ότι μου λείπει το δημοσιογραφιλίκι.

Πώς πήρες την απόφαση να μετακομίσεις στην Αθήνα; Πώς είναι ο χώρος των media εκεί;

Έφυγα για λόγους προσωπικούς, αλλά και γιατί μάλλον είμαι ο τύπος που έχει την τάση να φεύγει για να βρει χώρο να απλωθεί, όταν νιώθει ότι κάπου πνίγεται. Η Αθήνα έχει άπλα.

Απλώς δεν έχει media. Είχαν ήδη διαλυθεί όταν πρωτοήρθα. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να αρθρογραφώ αμισθί, έτσι, για να μένει το όνομά μου. Σ’ αυτόν τον τομέα, συνεργάστηκα με αξιόλογα sites, ενώ χρησιμοποιούσα το δικό μου το blog όταν ήθελα να γράψω κάτι που θα έφευγε ακόμη κι από το δικό μου τον έλεγχο. Όπως κάνουν πολλοί συνάδελφοι τα τελευταία χρόνια, προσπάθησα με κάτι δικό μου, συμμετέχοντας σε δύο συλλογικές προσπάθειες για τη δημιουργία ιντερνετικών περιοδικών, ενός τουριστικού, του Travel Voice και ενός σατιρικού, του Pink Froyd. Για διάφορους λόγους, παρά τις καλές προοπτικές που υπήρχαν, δεν προχώρησαν. Τα καταγράφω ως ατυχίες και όχι ως αποτυχίες.

Αποτυχίες ήταν κάποιες περιπτώσεις όπου θα πληρωνόμουν για τα ρεπορτάζ και τις συνεντεύξεις που έκανα κι ακόμα τους ψάχνω. Και πάλι δεν τις θεωρώ δικές μου. Πιστεύω πως αποτυχίες είναι τα ίδια τα media τώρα πια, που κρατιούνται με ανακύκλωση ασκούμενων, απλήρωτων ή κακοπληρωμένων δημοσιογράφων που κοιτάνε να διεκπεραιώσουν την αποστολή τους και να πάνε στα σπίτια τους. Αυτός ήταν ένας λόγος που έχει αλλάξει ο επαγγελματικός μου προσανατολισμός. Για την ακρίβεια, σ’ αυτήν την τρυφερή ηλικία, έγινα μία φοιτήτρια στο Τμήμα Επιστημών της Εκπαίδευσης στην Προσχολική Ηλικία του ΔΠΘ. Δεν ξέρω αν θα με δείτε να πηγαινοέρχομαι Αθήνα – Αλεξανδρούπολη για να δίνω κάνα μάθημα, γιατί είναι δύσκολο, επομένως ο στόχος μου είναι η μετεγγραφή πάση θυσία.

Πώς προέκυψε το νέο σου βιβλίο «Νιάου βρε γατσούλα»;

Είχα ξεκινήσει να γράφω μια σειρά από ιστορίες στο blog με τίτλο “η Κατσγούμαν συμβουλεύει”, όπου αυτές οι συμβουλές ήταν στην πραγματικότητα καταστροφικές, αλλά τα προβλήματα που έθιγα ήταν υπαρκτά, βγαλμένα μέσα από τη ζωή κι από ιστορίες που όλοι έχουμε ζήσει και συζητήσει, κι είναι προβλήματα που δημιουργήθηκαν από τη μικροαστική νοοτροπία που μας έχει με κάποιον τρόπο επιβληθεί. Και, τελικά, παρά το επιθετικό και το σαρκαστικό ύφος που υπάρχει σ’ αυτό το βιβλίο για την κοινωνία που θέλει τη γυναίκα “γατσούλα” για να πετύχει το σκοπό της, καταλήγει να γίνεται αγαπησιάρικο, προσπαθώντας να αποδείξει πως ο έρωτας υπάρχει για να μας απελευθερώσει και όχι για να μας δέσει σε τέτοιες καταστάσεις.

Τι παίζει με το κανάλι σου στο youtube;

Μία παρόμοιου ύφους τηλεοπτική εκπομπή είχα και πριν από αρκετά χρόνια στην Κομοτηνή. Ήταν “τα νέα του καναπέ” όπου για κάνα πεντάλεπτο, στρωνόμουν φαρδιά – πλατιά στο σύμβολο της ζωής του σύγχρονου Έλληνα και σχολίαζα την επικαιρότητα. Είτε μας αρέσει είτε όχι (προσωπικά δε με ενθουσιάζει κιόλας) ζούμε στην εποχή της εικόνας και προσωπικά πιστεύω πως πρέπει να την ακολουθούμε. Επειδή ωστόσο θεωρώ πιο σημαντικό το βιβλίο, το κανάλι ήρθε να λειτουργήσει υποστηρικτικά κι αυτό φαίνεται και από το όνομά του. Το “Γατσούλαζ Τσάνελ” ασχολείται με θέματα του “Νιάου βρε Γατσούλα” ή παρεμφερή ή και όχι, γιατί κάποια στιγμή, μπορεί να προτιμήσω να καταπιαστώ με ένα καθαρά κοινωνικό θέμα.

Πώς βλέπεις την τρέλα με τα social media; Είναι εργαλείο, τελικά, ή «καταστροφή»;

Νοσταλγώ εκείνες τις εποχές που ανοίγαμε κάτι υπέροχους διαλόγους κάτω από αναρτήσεις, κάτι υπέροχα πειράγματα που κάναμε ο ένας στον άλλον, που όλα αυτά κατέληγαν σε κάτι υπέροχες συναντήσεις, μέσα από τις οποίες δημιουργήθηκαν κάτι υπέροχες φιλίες. Έχω γνωρίσει εκεί μέσα ανθρώπους σημαντικούς για μένα ή και σημαντικούς γενικώς ή και το συνδυασμό τους. Τα θεωρώ λοιπόν εργαλείο που μας φέρνει πιο κοντά σε ανθρώπους σαν εμάς, εκεί που μπορούμε να βρούμε αγάπη και κατανόηση. Από την άλλη, αυτό το εργαλείο μπορεί να λειτουργήσει καταστροφικά. Γιατί, όπως έχεις ανοιχτή την πόρτα στο καλό, έτσι μπορεί να εισβάλει και το κακό, το οποίο είναι πιο εύκολο να καμουφλαριστεί εκεί μέσα, σε σχέση με τον έξω κόσμο. Και γι’ αυτό ίσως είναι και πιο δύσκολο τελικά να προκαλέσει καταστροφή. Πέρα από αυτά, στην εποχή της κρίσης, έχει γίνει εργαλείο ξεσπάσματος, έκφρασης θυμού, συχνά επιθετικότητας, αλλά και, τελικά, το μόνο μέσο που μας φέρνει κοντά, έστω εικονικά, τώρα που δεν είναι καιρός για πολλές συναντήσεις.

Από τις αναρτήσεις σου στο facebook, βλέπω ότι σε απασχολεί το θέμα «σύγχρονος Έλληνας». Τελικά, ήμασταν πάντα τόσο μονόχνωτοι, αγενείς και αναίσθητοι ή μάς έκανε έτσι η γενική κατρακύλα των τελευταίων ετών; Ποια καλά στοιχεία έχουμε ακόμη και πώς μπορούν να βγουν περισσότερο στην επιφάνεια;

Μάλλον ήρθε η ώρα να αποκαλύψουμε τι είμαστε. Και δε νομίζω ότι φταίει που δεν περάσαμε διαφωτισμό (όπως πολλοί ισχυρίζονται). Νομίζω τελικά πως έτσι είναι η ανθρώπινη φύση. Κάποτε ήλπιζα πως, με όλα αυτά που περνάμε, θα ανακαλύψουμε την αλληλεγγύη, την ανθρωπιά, θα μάθουμε να λειτουργούμε αλλιώς. Τελικά διαπιστώνω ότι ακόμη κι αυτές οι προσπάθειες γίνονται επιλεκτικά και μεμονωμένα ή ακόμη και επιδεικτικά και στην πραγματικότητα συνεχίζουμε να κανιβαλιζόμαστε. Δεν είμαι πλέον αισιόδοξη, δεν είμαι αφελής. Θα αλλάξει κάτι μόνο όταν πιάσουμε όλοι πάτο.

Αν μπορούσες να ξαναγεννηθείς θα ήθελες να επιστρέψεις ως άνδρας ή ως γυναίκα και γιατί;
Άντρας… Γυναίκα… Άντρας… Γυναίκα… Άντρας, άντρας, άντρας… Γυναίκα, γυναίκα, γυναίκα…

Τέλος πάντων, ίσως μια λύση θα ήταν να μην ξαναγεννηθώ ζυγός, έτσι ώστε να παίρνω πιο εύκολα αποφάσεις.

Ποιο είναι αυτό που οι άλλοι συχνά νομίζουν ότι ξέρουν για σένα, αλλά κάνουν λάθος;

Ότι είμαι πολύ δυναμική, σαρωτική, δεσποτική, σκληρή, σνομπ. Αν και το τελευταίο καμιά φορά μου βγαίνει, όταν θέλω να κρατήσω αποστάσεις ή όταν δεν είμαι στην πιο κοινωνική μου φάση, στην πραγματικότητα είμαι αυτή που καταβάλλει προσπάθειες να μάθει πως ευγένεια δε σημαίνει να σε τσαλαπατούν και πως συγκατάβαση δε σημαίνει να σε χειραγωγούν. Πιο αστείες, βέβαια, είναι οι περιπτώσεις που έχω χαρακτηριστεί κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο που τα βρήκε όλα στο πιάτο και το παίζει δεν ξέρω τι ή έχουν σχολιαστεί τα ακριβά μου ρούχα, που στα παζάρια με έχουν μάθει με το όνομά μου.

Δεν κάνω φίλο ένα φασίστα. Επίσης, δεν αντέχω την αγένεια, την έπαρση, την έλλειψη χιούμορ.

Ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει κάποιος για να γίνει φίλος σου και ποια για να γίνει εχθρός σου;

Η εντιμότητα και η ειλικρίνεια είναι τα χαρακτηριστικά που δεν τα εντοπίζεις αμέσως, αλλά είναι αυτά που κάνουν κάποιον φίλο μου. Το κύριο χαρακτηριστικό όμως πρέπει να είναι οι κοινές πεποιθήσεις, ανησυχίες κι ευαισθησίες. Για παράδειγμα, δεν κάνω φίλο ένα φασίστα. Επίσης, δεν αντέχω την αγένεια, την έπαρση, την έλλειψη χιούμορ. Μάλλον, θα γίνω λίγο πιο απαιτητική στο τελευταίο. Δεν αντέχω ούτε καν το γυμνασιακό χιούμορ. Το εντάσσω στην ίδια κατηγορία με την αγένεια.

Πες ότι μπορείς να οργανώσεις μία φανταστική, τεράστια διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας. Για ποιο θέμα θα ήταν;

Πιστεύω πως οι διαδηλώσεις δεν έχουν πλέον κανένα νόημα και κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό θα προτιμούσα να γίνει ένα μεγάλο πάρτι, όπου θα μαζευτούν οι παρέες και θα είναι ανοιχτές για όσους αποτραβήχτηκαν στα καβούκια τους ή στον κόσμο τους όλο αυτό το διάστημα. Ένα πάρτι με τον καθένα να προσφέρει στους άλλους αυτό που διαθέτει, με τέχνη κάθε μορφής και κάθε είδους, σε κάθε σημείο, ώστε τελικά να γίνει πράξη η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά, να γίνει βίωμα η αισθητική και η καλοπέραση που μας αξίζει και, τελικά, να αποφασίσουμε να την απαιτήσουμε. Έτσι το πάρτι να συνεχιστεί επ’ αόριστον, μέρα νύχτα, να μη μας κουνάει τίποτα, μόνο να μας δονεί. Να μη λειτουργεί τίποτα στην πόλη, εκτός από όσα χρειάζονται για να περνάμε καλά, μέχρι να τους διαλύσουμε. Να τους διαλύσουμε, πριν προλάβουν να μας διαλύσουν. Να συμπληρώσω ότι δεν έχω πάρει κάτι, είμαι απολύτως νηφάλια κι αυτό το σκέφτομαι εδώ και χρόνια, είμαι σίγουρη πως δεν είναι κάτι ουτοπικό και μένει να βρω το τρόπο να το οργανώσω. Βέβαια, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να πάψουμε να είμαστε αυτοί που ανέφερα μερικές ερωτήσεις πιο πάνω και με κάνουν απαισιόδοξη.

LEAVE A REPLY