Ξημέρωσε.

Οι δροσοσταλίδες λαμπιρίζουν στα περβάζια

διεκδικώντας την θωριά της τελευταίας πάχνης,

κάτω από το βλέμμα μίας αμυδρής,

εθελοντικής αυγής,

στο σκοτάδι  που χάνεται.

Ξημέρωσε.

Οι ανάγκες χρέωσαν στους οφειλέτες

το μεγάλο ταξίδι  της μοίρας

και ο κόσμος,

παιδί ακόμη,

ατενίζει τη νέα άγραφη σελίδα

του χρόνου που έρχεται.

Ξημέρωσε.

στα γλυκά πρόσωπα των παιδιών

και αυτά ζωγραφίζοντας στον ουρανό

πλέκουν αδιάφορα

τις αυριανές μορφές τους,

πριν προλάβουν να ανάψουν

τα γιορτινά φώτα της πόλης.

Ξημέρωσε.

σε δύο αναπνοές

που αποζητούν τ’ αχνά σημάδια  της εγκατάλειψης,

σε δυο χέρια

που αγκαλιάζουν σαστισμένα την έλλειψη,

στις συνήθειες

που πουλάνε το χρόνο  για να υπάρξουν.

 

LEAVE A REPLY