γράφει η Γιώτα Αγαπητού  

Τέλη της δεκαετίας του 1970 και η Ελλάδα έχει βγει εδώ και λίγα χρόνια από μία μαύρη περίοδο που την τραυμάτισε. Η μεταπολίτευση σαν μωρό παιδί κάνει τα πρώτα της δειλά και αδέξια βήματα. Οι περιβόητες μπλε σχολικές ποδιές με τον άσπρο κολλαριστό γιακά, που σημάδεψαν τα μαθητικά χρόνια τόσων και τόσων παιδιών, μπαίνουν σιγά σιγά στο χρονοντούλαπο της εκπαιδευτικής ιστορίας. Μίας εκπαίδευσης τόσο ταλαιπωρημένης, αλλά και απαξιωμένης από πολιτικούς και διανοούμενους αυτού του τόπου.

Ο κόσμος ετοιμάζεται να υποδεχτεί τον Αντρέα, μαζί και το σύνθημά του για Αλλαγή, τον Οκτώβρη του 1981. Ένα σύνθημα και ένας πολιτικός που θα σημαδέψουν και θα στοιχειώσουν – όπως οι μεγάλοι έρωτες – για χρόνια αυτή τη χώρα.

Από πολλούς αναλυτές, αργότερα, η δεκαετία του 1980 θα χαρακτηριστεί ως μία δεκαετία της κακογουστιάς και της υπερβολής σε όλους τους τομείς, ακόμη και στην ίδια, την τόσο πολύπαθη ανά τους αιώνες τέχνη.

Οι ταινίες που γυρίζονται κατά δεκάδες, έχοντας ένα κακόγουστο και χοντροκομμένο σενάριο, που σκοπό είχε να προκαλέσει γέλιο άνευ λόγου και ουσίας, με διαλόγους γεμάτους βωμολοχίες, που συντρόφευαν τ’ απογεύματα των οικογενειών, κάνοντας τους δημιουργούς, που αδιαφορούσαν για το αισθητικό αποτέλεσμα, να εισπράττουν πακτωλούς χρημάτων.

Στην Ελλάδα τη δεκαετία του 80 τα εύπεπτα τραγούδια κάνουν δυναμική είσοδο και τα μαγαζιά που τα φιλοξενούν γεμίζουν με κόσμο. Ο Χαρίλαος ήταν ένας από τους δημιουργούς που έγραφε και τέτοιου είδους τραγούδια.

Ξεκίνησε δειλά δειλά αμέσως μετά την πτώση της Χούντας να γράφει στίχους. Στην αρχή για άσημους τραγουδιστές, που τραγουδούσαν σε μία από τις μπουάτ της Πλάκας. Μία μπουάτ που γέμιζε από κόσμο, γιατί στα πρώτα του βήματα ο Χαρίλαος έγραφε τραγούδια που είχαν μέσα τους έντονα το λυρικό στοιχείο και άγγιζαν τις πιο ευαίσθητες χορδές στις ψυχές των ανθρώπων.

Κατέβηκε στην Αθήνα τον Φλεβάρη του 1974 από μία πόλη της Ηπείρου. Σε ηλικία εικοσιτεσσάρων χρονών, έχοντας τελειώσει το γυμνάσιο, αναζητούσε τρόπους για να ξεφύγει από τον τόπο του. Όταν τον ειδοποίησε ένας φίλος και συντοπίτης του που ήταν ήδη στην Αθήνα ότι του είχε βρει δουλειά, εκείνος άρπαξε την ευκαιρία και έφυγε αμέσως.

Στην αρχή δούλεψε ως υπάλληλος σε γραφείο τελετών. Οι ώρες ατελείωτες και ο Χαρίλαος κατάφερε να κάνει αυτό που αγαπούσε πολύ, να γράφει στίχους. Ξεκίνησε δειλά δειλά τη συνεργασία του με τραγουδιστές της μπουάτ στην Πλάκα, μία επαγγελματική σχέση που κράτησε οχτώ ολόκληρα χρόνια.

Ένα βράδυ του Οκτώβρη, του 1982, μεγαλοστέλεχος δισκογραφικής εταιρείας του πρότεινε να γράψει τραγούδια για τον γνωστό τραγουδιστή Ντίνο Κωστόπουλο. Ο Χαρίλαος άρπαξε την ευκαιρία γράφοντας στίχους λυρικούς, αλλά και κάποιους πιο εμπορικούς και εύπεπτους. Όταν κυκλοφόρησε ο πρώτος δίσκος με την υπογραφή του, έχοντας ως τίτλο «Ματωμένο Φεγγάρι» προκάλεσε αίσθηση για τους στίχους του, που μπορούσαν ν’ αποτυπωθούν εύκολα στη μνήμη χωρίς να χρειάζεται το μυαλό να σκεφτεί, διεγείροντας συναισθήματα, συνήθως παρέα με ένα μπουκάλι φτηνό αλκοόλ.

Αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Ο Χαρίλαος άρχισε να γράφει για τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής του στο χώρο του τραγουδιού. Κοσμικές παρέες, αλκοόλ, ουσίες, τζόγος και γυναίκες ήταν η καθημερινότητα του. Έγραφε τραγούδια με πολύ άνεση, ελάχιστες φορές όμως πιά αποτύπωνε στο χαρτί λέξεις με λυρισμό και με μία δόση μελαγχολικής νοσταλγικότητας. Ήταν εθισμένος στην απόκτηση χρυσών και πλατινένιων δίσκων, ένας εθισμός που έμοιαζε με τον εθισμό του στις ουσίες και τον τζόγο.

Από το 1982 έως το 2000 ο Χαρίλαος έγραψε πέντε χιλιάδες τραγούδια. Τέλος του 2000 και σε ηλικία πενήντα οχτώ ετών, με τους δύο τελευταίους δίσκους του να μην έχουν την ανταποκρισιμότητα που περίμενε και με αμέτρητες διαμάχες πιά με τους πρώην στενούς του συνεργάτες, αποφασίζει να γυρίσει στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Έτσι κι αλλιώς ο Χαρίλαος ήταν ένας πολύ σκληρός άνθρωπος, ένα χαρακτηριστικό που το είχε αποδεχτεί και που του θύμιζε καθημερινά τον ιδιαίτερο τόπο καταγωγής του, την Ήπειρο.

Ένα βροχερό πρωινό του Νοέμβρη του 2000, μ’ ένα σακίδιο στον ώμο  και με ελάχιστα χρήματα στην τσέπη, πήρε το λεωφορείο που τον μετέφερε πίσω στο πατρικό του σπίτι. Σ’ ένα σπίτι όπου ο χρόνος είχε αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια του. Οι γονείς του είχαν πεθάνει εδώ και πέντε χρόνια, πριν προλάβουν να δουν την κατάληξη του γιου τους. Εξάλλου και όταν ακόμη ζούσαν  ο Χαρίλαος τους επέτρεπε να δουν ελάχιστα πράγματα από την τόσο λαμπερά σκοτεινή ζωή που έκανε στην Αθήνα και αυτό από φόβο μήπως τους απογοητεύσει.

Παρόλα αυτά, δεν έπαψε να είναι ακόμα εθισμένος στο αλκοόλ και στον τζόγο, έχοντας ξεκόψει από τις ουσίες και τις γυναίκες, αφού πρώτα είχε προλάβει, σε διάστημα δεκαοχτώ χρόνων, να κάνει δύο γάμους και αμέτρητες σχέσεις. Γάμοι που διήρκησαν όσο οι διαδρομές των αστεριών που πέφτουν στη γη μία καλοκαιρινή νύχτα.

Γυρίζοντας στον τόπο του ο Χαρίλαος έμοιαζε σαν γραφική φιγούρα, συχνάζοντας σε χώρους όπου μπορούσε να πιεί και να παίξει χαρτιά. Ζούσε από τις ελεημοσύνες των συμπολιτών του και των θαυμαστών του, που το θεωρούσαν ηθική υποχρέωση να τον βοηθήσουν με όποιο τρόπο μπορούσαν. Αν και ο Χαρίλαος συνεχίζει να έχει ένα βλέμμα υπεροψίας, σαν κάθε έκπτωτο που δεν αποδέχεται τη μοίρα του, ακόμα και την μοιραία στιγμή της πτώσης του. Σαν είδωλο που, καθώς καθρεφτίζεται, ο καθρέφτης σπάει σε αμέτρητα κομμάτια.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ