Φιγούρα ψιλόλιγνη, μακριά μαύρα μαλλιά με μεγάλα μαύρα μάτια, ένα πρόσωπο γεμάτο νεύρο, πείσμα και έρωτα για ζωή. Σαν νεράιδα που ξέφυγε από την χώρα των Κελτών, αλλά δεν βιάζεται να γυρίσει σύντομα πίσω, στη χώρα του ονείρου και της φαντασίας.

Νοέμβριος του 2007, στην ογκολογική κλινική του νοσοκομείου μίας μεγάλης επαρχιακής πόλης. Εδώ και λίγο καιρό η Στέλλα διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού. Παντρεμένη, γύρω στα τριανταπέντε δούλευε σε μία μεγάλη εταιρία εξαγωγών. Μητέρα δύο παιδιών, ο χρόνος της μοιραζόταν ανάμεσα στη δουλειά και στην οικογένειά της. Πριν κάποιες μέρες ξέκλεψε λίγη ώρα  για να κάνει μία μαστογραφία ρουτίνας, όπως έλεγε. Γιατί από το καλοκαίρι είχε ψηλαφήσει στο στήθος της τυχαία κάτι που την είχε φοβίσει. Όταν πήγε στον γιατρό της, εκείνος την κοίταξε μ’ ένα βλέμμα κενό.

– Λοιπόν γιατρέ, είναι κάτι σοβαρό;

Εκείνος πιάνοντας αμήχανα το στυλό του της είπε.

– Στέλλα όσο σοβαρό και αν είναι να ξέρεις ότι θα το πολεμήσουμε.

Η Στέλλα προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή της, προσπάθησε να διορθώσει την κοτσίδα της.

– Έχω καρκίνο; Θέλω να ξέρω γιατρέ, πείτε μου την αλήθεια.

– Στέλλα θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί, θα σε αναλάβουν αξιόλογοι συνάδερφοι, ογκολόγοι και χειρούργοι και όλα θα πάνε καλά.

Η Στέλλα σηκώθηκε από την καρέκλα της, προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή της κατέβηκε  τις σκάλες σχεδόν τρέχοντας νιώθοντας  τα δάκρυα να καίνε το πρόσωπό της. Είχε σκοπό να μιλήσει στον άνδρα της και στην μητέρα της, όχι όμως στα παιδιά της. Δεν ήταν αρκετά μεγάλα για να καταλάβουν το δύσκολο ταξίδι που θα έκανε η μαμά τους. Εκείνα δεν έπρεπε να μάθουν τίποτα, όχι ακόμα. Όχι όσο θα διαρκούσε αυτό το ταξίδι.

Νοέμβριος 2007, η Στέλλα εδώ και ένα μήνα έχει αρχίσει τις χημειοθεραπείες, δυστυχώς ο καρκίνος έχει πειράξει και λεμφαδένες. Λόγω της θεραπείας, τα μακριά μαύρα μαλλιά της έχουν αρχίσει να πέφτουν τούφα – τούφα και εκείνη να βυθίζεται όλο και πιο πολύ μέρα με τη μέρα στη θλίψη. Λόγω της έντονης αδυναμίας και των συνεχιζόμενων εμετών, η Στέλλα εισήχθη στο νοσοκομείο.

Δωμάτιο 207, ήθελε να έρθει μόνη της, αλλά η μητέρα της δεν άκουγε κουβέντα.

– Θα έρθω και γω μαζί σου, δε σ’ αφήνω μόνη σου. Χρειάζεσαι έναν άνθρωπο δίπλα σου.

Όταν την έφεραν στο νοσοκομείο ήταν σε άθλια κατάσταση, αδυνατισμένη και χλομή, αλλά με το ίδιο νεύρο στο πρόσωπό της. Μάζεψε όση δύναμη της είχε απομείνει και αρνούμενη τη βοήθεια του τραυματιοφορέα ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Σε λίγα λεπτά ήρθε μία νοσηλεύτρια, ήτανε μία κοπέλα γύρω στα τριάντα, χαμογελαστή, με μάτια γεμάτα φως και καλοσύνη.

– Καλησπέρα, με λένε Κατερίνα, είμαι η νοσηλεύτρια της βραδινής βάρδιας. Ήρθα να σου βάλω φλέβοκαθετήρα απ’ όπου θα λαμβάνεις την φαρμακευτική αγωγή σου.

Με το που την κοίταξε η Κατερίνα, η Στέλλα αμέσως ένοιωσε ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Έτσι ξεκίνησε μία φιλία ανάμεσα στις δύο γυναίκες. Πολλές φορές όταν στην κλινική ήταν ήσυχα, η Στέλλα πήγαινε μέσα στο γραφείο των νοσηλευτριών και μιλούσε με την Κατερίνα. Της μιλούσε για τη ζωή της, τους φόβους της, ακόμα και για τον ίδιο το θάνατο.

Στο πρόσωπο της Κατερίνας έβλεπε σχεδόν την αδερφή που δεν είχε, την κολλητή φίλη που της έλεγε τις πιο μύχιες σκέψεις. Από την άλλη, η Κατερίνα την άκουγε με προσοχή. Την συμπονούσε και την νοιάζονταν σα να ήταν δικός της άνθρωπος. Ήθελε να την συμπαρασταθεί με όποιο τρόπο μπορούσε σε αυτό το τόσο μοναχικό ταξίδι της ζωής της, που από την αρχή όλη γνώριζαν τον προορισμό του.

Τέλος του Νοέμβρη η Στέλλα ζήτησε από τον θεράπων γιατρό της να πάρει εξιτήριο για ένα πολύ σπουδαίο και σημαντικό λόγο.

– Σε παρακαλώ γιατρέ για δύο μέρες πρέπει να φύγω. Πρέπει να κάνω κάτι πολύ σημαντικό για μένα, ίσως το σημαντικότερο πράγμα… πριν το τέλος. Γύρισε το κεφάλι της για να μην δει ο γιατρός τα δάκρυά της.

– Το ξέρεις ότι αυτό δεν στο επιτρέπει η κατάστασή σου. Σαν θεράπων γιατρός σου δεν μπορώ να σου το επιτρέψω.

– Σαν άνθρωπος όμως; Θέλω να υπογράψω και να φύγω, έχω αυτό το δικαίωμα νομίζω.

– Εντάξει Στέλλα, μόνο για δύο μέρες, αλλά θα ήμαστε σε συνεχή επικοινωνία.

Η Στέλλα τήρησε την υπόσχεσή της και γύρισε μετά από δύο μέρες, τις μέρες αυτές έτυχε να έχει ρεπό και η Κατερίνα.

Αρχές Δεκέμβρη, η πόλη είχε παραδοθεί στο τσουχτερό κρύο και στο χιονόνερο που έπεφτε ασταμάτητα. Βάρδια τρεις – έντεκα, η Κατερίνα βρήκε τη Στέλλα στο κρεβάτι χαρούμενη, παρόλο που ήταν πολύ εξαντλημένη.

– Ξέρεις Κατερίνα τελικά μπόρεσα να φύγω για δύο μέρες και έκανα κάτι το οποίο ήταν ό,τι πιο σημαντικό για μένα σε αυτό το ταξίδι. Κάθε χρόνο, τέλη Νοέμβρη, έχουμε καθιερώσει με τα παιδιά μου να στολίζουμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο και δεν γινόταν φέτος να μην το τηρήσω. Όταν λοιπόν στολίζαμε το δέντρο και τα παιδιά ήταν τόσο χαρούμενα και ευτυχισμένα, απορροφημένα απ’ όλα αυτά τα παιχνίδια, απομακρύνθηκα για λίγο από κοντά τους κοιτώντας τα χωρίς να με καταλάβουν. Ήθελα να πάρω μαζί μου αυτές τις εικόνες για να συντροφεύουν την ψυχή μου στο αιώνιο ταξίδι της. Ξέρεις Κατερίνα υπάρχει ένα τραγούδι του Ξαρχάκου που λέει       « Μην πιείς νερό και με ξεχάσεις, μην πιεις νερό της λησμονιάς, σύννεφο γίνε και σεριάνα  στον ουρανό της γειτονιάς». Τα έβλεπα τόσο ευτυχισμένα! Δεν αντέχω στη σκέψη ότι θα τα χάσω, Φοβάμαι Κατερίνα, είναι τόσο άδικο, αγαπάω τη ζωή, ενώ εκεί έξω υπάρχουν τόσοι «νεκροί» άνθρωποι που θ’ αφήσουν αυτό τον κόσμο σε βαθιά γεράματα χωρίς να έχουν ζήσει.

Η Κατερίνα την άκουγε σιωπηλή, γύρισε το πρόσωπό της αλλού σκουπίζοντας βιαστικά τα δάκρυά της. Δεν ήθελε να την δει έτσι. Έφυγε βιαστικά από το θάλαμο βρίσκοντας μια χαζή δικαιολογία.  Όλο το απόγευμα οι δύο γυναίκες δεν ξαναμίλησαν. Λίγο πριν το τέλος της βάρδιας, η Στέλλα κρατώντας ένα μικρό πακέτο στα χέρια της μπήκε στο γραφείο, βρίσκοντας την Κατερίνα να γράφει την λογοδοσία της βάρδιας.

– Ενοχλώ;

– Όχι πέρασε μέσα τελειώνω.

– Κατερίνα θέλω να σ’ ευχαριστήσω για όλα όσα έχεις κάνει για μένα. Να ξέρεις ότι το εκτιμώ βαθύτατα αυτό. Στη ζωή μου γνώρισα πολύ κόσμο, αλλά ελάχιστους ανθρώπους με τέτοια καθαρότητα ψυχής. Με στήριξες όσο κανείς άλλος εδώ μέσα και σ’ ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό. Θυμάμαι που μου έλεγες ότι αγαπάς πολύ τις νεράιδες, γι’ αυτό και σου πήρα ένα μικρό δώρο για να με θυμάσαι. Μην το αρνηθείς σε παρακαλώ.

– Θα σε θυμάμαι έτσι κι αλλιώς Στέλλα. Η ιστορία της ζωής σου μ’ έχει συγκινήσει πολύ.

– Σε παρακαλώ αν θέλεις άνοιξε το δώρο σου.

Η Κατερίνα άνοιξε το δώρο της, ήταν μια μικρή νεράιδα με πολύχρωμα φτερά πάνω σ’ ένα πήγασο και ένα βιβλίο με νεράιδες.

– Πολύ όμορφο το δώρο σου, μοιάζει συμβολικό.

– Πράγματι, δε στο είχα πει, αλλά και μένα μου άρεσαν από παιδί οι νεράιδες και τα ξωτικά. Φανταζόμουν πολλές φορές ότι και γω ήμουν μια μικρή νεράιδα με πολύχρωμα μεγάλα φτερά που θα ‘θελε κάποια στιγμή να γυρίσει πίσω στο σπίτι της, στη χώρα των ξωτικών και του ονείρου. Εκεί όπου δεν υπάρχει πόνος. Όταν γέννησα την κόρη μου και την πήρα στην αγκαλιά μου της είπα «καλώς ήρθες στον κόσμο μικρή μου νεράιδα» από εκείνη τη στιγμή και μετά τη μύησα, κατά κάποιο τρόπο, στο μαγικό κόσμο του ονείρου και της φαντασίας.

Ώρα έντεκα και τριάντα, η Κατερίνα αφού έχει τελειώσει την βάρδιά της, ντυμένη ζεστά, περνάει την μεγάλη πύλη του νοσοκομείου. Οι νιφάδες του χιονιού χορεύουν ένα ξέφρενο χορό, κάποιες από τις οποίες πέφτουν πάνω στα μακριά μαλλιά της. Ο δρόμος φωτισμένος, αλλά σχεδόν έρημος λόγο του καιρού. Η Κατερίνα δεν νοιάζεται γι’ αυτό, στο μυαλό της έρχονται συνέχεια τα λόγια της Στέλλας που τη συγκίνησαν. Ξεσπάει σε λυγμούς αρχίζοντας ψιθυριστά να τραγουδάει «Οι μάνες βγήκανε στις πόρτες και τα κορίτσια στο στενό, έλα γλυκέ απ’ το δρόμο που ‘ρχεσαι κάθε δειλινό…».

Η ώρα πήγε δώδεκα, αύριο η Κατερίνα έχει ρεπό, δε θα χρειαστεί να σηκωθεί το πρωί.  Ενώ την ίδια στιγμή η Στέλλα, η μικρή νεράιδα με τα μεγάλα πολύχρωμα φτερά ταξίδευε πάνω στην πλάτη ενός λευκού Πήγασου για τη χώρα του ονείρου και των ξωτικών, το σπίτι της.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ