Γιώργου  Αναγνωστόπουλου

Το 1945 ο Άγγελος Σικελιανός είχε επισημάνει στη Νέα Εστία πως για ένα ποιητή «Κοινωνία και Τέχνη» είναι δύο κόσμοι νοητικά ομόκεντροι που δε στοχάστηκε ποτέ και σε καμία περίπτωση να τους χωρίσει. Εξάλλου, θα πει παρακάτω πως τα μεγάλα έργα τείνουν να πραγματοποιήσουν και ν’ αναπλάσουν την ενότητα αυτή. «Οι μεγαλύτερες και ωραιότερες σκέψεις, λέει ο Jung, διαμορφώνονται τριγύρω από κείνες τις πρωταρχικές εικόνες, τις πρωτοεικόνες, που αποτελούν από αιώνες αιώνων το κοινό κεφάλαιο ολόκληρης της ανθρωπότητας». Έτσι πολύ ορθά και ο  Νίκος Καζαντζάκης μέσα από τον πλατύ ορίζοντα του στοχασμού του και τη διεισδυτική του οξυδέρκεια θα δηλώσει πως ο αληθινός άνθρωπος και πάνω απ’ όλους ο δημιουργός (αυτό θα πει δημιουργός) είναι ο πιο ευαίσθητος κι ο πιο υπεύθυνος σεισμογράφος του καιρού του, συγκλίνοντας και συγκεντρώνοντας μέσα του όλα τα συνειδητά και ασυνείδητα ερεθίσματα της εποχής του.

Αν λοιπόν ο δημιουργός είναι ο πιο ευαίσθητος σεισμογράφος του καιρού του, μιας και η δημιουργικότητα του θρέφεται κυρίως από τα γεγονότα της εποχής του, τότε αναμφιβόλως το ερώτημα του ακαδημαϊκού συγγραφέα Πέτρου Χάρη, προς τους πνευματικούς ανθρώπους της μεταπολεμικής εποχής, για το αν η τέχνη μπορεί ή πρέπει να είναι αυτόνομη και εντελώς ανεξάρτητη από στοιχεία που υπηρετούν τη μία ή την άλλη σκοπιμότητα, στο έργο του «Η πνευματική ελευθερία και οι μεταπολεμικοί άνθρωποι» είναι ένα ερώτημα που εναπόκειται στην ελευθερία της συνείδησης ή τις παράλογες πολιτικές δοξασίες του κάθε καλλιτέχνη.

Εδώ όμως αξίζει να τονίσουμε την άποψη του Γιώργου Θεοτοκά,  ο οποίος αποτέλεσε έναν από τους εκπροσώπους και τους κορυφαίους διανοητές της γενιάς του 1930. Ο Έλληνας λογοτέχνης θα σημειώσει πως ο γνήσιος πνευματικός άνθρωπος, από μέσα του, λειτουργεί ως φορέας προς το καθολικό ιδανικό της ελευθερίας στον κόσμο – κάτι το οποίο θα επισημάνει και ο κριτικός και ιστοριογράφος της νεοελληνικής λογοτεχνίας Κωνσταντίνος Δημαράς – κατ’ αυτό τον τρόπο δεν μπορεί να είναι ούτε κομμουνιστής, ούτε εθνικιστής, ούτε σοσιαλδημοκράτης ή τίποτα παρόμοιο. Κανένας γνήσια πνευματικός αναζητητής του ωραίου δεν θα μπορούσε να αναλάβει την αξίωση να ταυτίσει ένα οποιοδήποτε κόμμα με την αλήθεια ή με τον παραλογισμό του πειθαναγκασμού της ενιαίας σκέψης που έχει οικοδομηθεί σήμερα στις μέρες μας και που απαιτεί πλανητικά το συμφέρων των αγορών έναντι των κοινωνιών μέσα στα έθνη, χωρίς τις όποιες σκοπιμότητες. Αν προσέξετε σε επίπεδο ευρωπαϊκής ένωσης δεν αναφέρονται ποτέ, κυρίως τα τελευταία χρόνια, στο τι συμφέρει στο λαό, δηλαδή στην κοινωνία της κάθε χώρας, αλλά στο τι θέλουν οι αγορές.

Άλλωστε, όπως πολύ όμορφα έχει διατυπώσει σε διαλέξεις του ο πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου και καθηγητής Πολιτικών Επιστημών Γιώργος Κοντογιώργης: «Οι φιλελευθερισμοί και οι σοσιαλισμοί είναι αυτάδελφα συστήματα. Το μόνο στο οποίο διαφέρουν είναι ως προς το ποιος θα κατέχει την ιδιοκτησία του οικονομικού συστήματος, αν δηλαδή η οικονομία θα ανήκει στους ιδιώτες ή στο κράτος, διότι ως προς τη θέση της κοινωνίας, έξω από το πολιτικό σύστημα, δίκην ιδιώτη, που απλώς εκχωρεί την πολιτική αρμοδιότητα στα πολιτικά κόμματα, συμφωνούν απόλυτα». Με αποτέλεσμα, θα λέγαμε, να επηρεάζουν κάθε κοινωνική, ιδεολογική και πολιτισμική έκφραση.

Το πάθος, λοιπόν, ενός γνήσιου καλλιτέχνη είναι να πλατύνει την αλήθεια της ζωής, να την εμπλουτίσει με τα μέσα της δημιουργικότητας του. Οι τρίτοι οφείλουν να σέβονται την ελευθερία της συνείδησής του και τα μόνα πράγματα που μπορούνε και θα πρέπει να αξιώνουνε οι κοινωνίες από αυτόν είναι τέλεια ειλικρίνεια, αλύγιστη πνευματική εντιμότητα και γενναιότητα της γνώμης του για ό, τι θεωρεί αληθινό και δίκαιο, χωρίς φόβο, συμβιβασμούς ή τα όποια προσωπικά οφέλη. Παρόλα αυτά το αντιστάθμισμα του προνομίου της καλλιτεχνικής ελευθερίας – πλην των ολοκληρωτικών καθεστώτων, τα οποία λογοκρίνουν κάθε ατομική και κοινωνική εκδήλωση – για ένα γνήσιο καλλιτέχνη είναι η μοναξιά του, γιατί κάποιες φορές είναι υποχρεωμένος να γίνεται δυσάρεστος στο μεγάλο κοπάδι των χειραγωγούμενων κοινωνιών.

Το «Προφητικόν», ένα από τα πεζά κείμενα που τελειώνει ο Ελύτης «τα Πάθη» του «Άξιον εστί» είναι όπως πολύ εύστοχα θα γράψει η Ελληνίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Λιλή Ζωγράφου στο έργο της «Ο Ηλιοπότης Ελύτης» η εικόνα ενός κόσμου όπου το έλεος έχει εξοστρακιστεί από τη γη των ανθρώπων. Ο ποιητής εξόριστος από το όργιο του εγκλήματος και της παρακμής θ’ ανακληθεί.

…εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
– Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.
– Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.
– Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.
– Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.
Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν…
…Και θα αγαναχτήσει το κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει.
Και θα γίνει κατήγορος η πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα
που υπηρέτησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας…

Η βαθιά αισθαντικότητα του Ποιητή συναρτώμενη από τη γενναιότητα της σκέψης του τον παρασύρουν σε μία ενορατική μέθεξη και πίστη για δικαίωση έξω από τα όρια του χώρου και του χρόνου, την οποία αποκαλύπτει μέσα από την εκδήλωση της υψηλής καλλιτεχνικής του ευαισθησίας.

Ο Ελύτης, λοιπόν, ενσαρκώνει μέσα του όλες εκείνες τις πρωταρχικές εικόνες, τις πρωτοεικόνες, που αποτελούν, όπως λέει ο Jung, το κοινό κεφάλαιο ολόκληρης της ανθρωπότητας. Άλλωστε όλα τα μεγάλα έργα στις τέχνες πάντα θα τείνουν ν’ αναπλάθουν και να πραγματώνουν αυτή τη μυστική σχέση του καλλιτέχνη με τον κόσμο μέσα από το μακρύ και εναγώνιο  δρόμο της βαθειάς αισθαντικότητας.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ