Οι Οθωμανοί κατέλαβαν την πόλη του Διδυμοτείχου με το Στρατηγό Χατζή – Ιλμπεγκί Πασά στα τέλη του 1361, επί Σουλτάνου Ορχάν, οποίος μετά από λίγους μήνες πέθανε και τον διαδέχτηκε ο γιος του, Μουράτ Α’ (1362-1389).

Ο νέος Σουλτάνος, μετέτρεψε το Διδυμότειχο σε πρώτη πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους σε Ευρωπαϊκό έδαφος. Αυτό το προν

όμιο διατηρήθηκε μέχρι την μεταφορά  της σουλτανική έδρας στην Αδριανούπολη. Παρόλα αυτά όμως, το Διδυμότειχο συνέχισε να αποτελεί ισχυρό διοικητικό – στρατιωτικό – θρησκευτικό κέντρο.

Το Διδυμότειχο ανήκει στην κατηγορία των πόλεων που αν και σκλαβώθηκαν, συνέχισαν την πορεία τους και μετά την Οθωμανική κατάκτηση. Έτσι διατηρήθηκε η Βυζαντινή – Υστεροβυζαντινή Καστροπολιτεία και κάτωθι αυτής δημιουργήθηκε η νέα Οθωμανική πόλη. Εντός του Κάστρου, μόνος Τούρκος που διέμενε ήταν ο Φρούραρχος της πόλης, ενώ οι υπόλοιποι κατοίκησαν στην πέριξ περιοχή.

Τα πρώτα χρόνια επικράτησε περίοδος ταραχών στην πόλη. Το 1373 σημειώθηκε η στάση κατά του Σουλτάνου Μουράτ Α΄, με κύριους συντελεστές τον πρωτότοκο γιο του, Σαβτζή Μπέη και τον Ανδρόνικο Παλαιολόγο, γιο του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄. Ο σουλτάνος τελικά ανακατέλαβε την πόλη και εκτέλεσε τους στασιαστές με ρίψη από τα τείχη του κάστρου και τύφλωσε το γιο του.

Όσον αφορά στο κατασκευαστικό του έργο, ο Σουλτάνος πραγματοποίησε επισκευές στα τείχη, καθώς και στα ανάκτορα. Επίσης χρηματοδότησε την κατασκευή νέων κτιρίων. Ενδεικτικό τμήμα της εποχής αποτελεί η εξωτερική πλευρά των Πυλών της Γέφυρας (Καλιόπορτες).

Επί του ίδιου Σουλτάνου (~1380), ξεκίνησαν στην πρώτη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα οι εργασίες ανέγερσης του «Μεγάλου Τεμένους» του πρώτου μουσουλμανικού θρησκευτικού ιερού στην Ευρώπη. Κατ’ άλλους οι εργασίες ξεκίνησαν και συνεχίστηκαν κατά την περίοδο διοίκησης του γιου και διαδόχου του, Σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄ (1389-1402), ο οποίος είναι γνωστός με το προσωνύμιο «Κεραυνός». Πιθανότατα το έργο να παρουσίασε καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση λόγω και του πλήθους των εκστρατειών του Βαγιαζήτ, που τελικά μετά τη συντριβή του στρατού του από τον Ταμερλάνο στη Μάχη της Άγκυρας (1402), συνελήφθη αιχμάλωτος και μετά από μικρό διάστημα αυτοκτόνησε.

Κατά τον περιηγητή του 16ου αιώνα Εβλιγιά Τσελεμπή, η ανέγερση καθυστέρησε λόγω της επέλασης των Μογγόλων στη Μικρά Ασία, η οποία δημιούργησε προβλήματα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο επόμενος Σουλτάνος Μωάμεθ Α΄ (1413-1421), γνωστός και ως «Τσελεμπή Μεχμέτ», μετά από δεκαετή αγώνα εναντίον των αδελφών του και την τελική του επικράτηση στο σουλτανικό θρόνο το 1413, συνέχισε την κατασκευή και τελικά το έργο ολοκληρώθηκε το 1420, Έτσι το Τέμενος έμεινε γνωστό στην ελληνική επικράτεια ως «Τέμενος Βαγιαζήτ», λόγω του κύριου κατασκευαστή του, ενώ από τους Τούρκους αναφέρεται ως «Τσελεμπή Μεχμέτ Τζαμί», από τον ολοκληρωτή του έργου.

Ως αρχιτέκτονας που αποπεράτωσε την κατασκευή του τεμένους, αναφέρεται ο  Χατζή – Ιβάζ Πασά, είναι ο ίδιος που κατασκεύασε το Πράσινο Τέμενος στην Προύσα. Το κτίριο είναι σχεδόν τετράγωνο και η κάθε του πλευρά έχει διαστάσεις 30,2 – 32,4 μ., το πάχος των τοίχων του είναι μεγαλύτερο των 2 μ.. Καταλαμβάνει συνολικό εμβαδόν σχεδόν 1 στρέμματος.

Το Μεγάλο Τέμενος Διδυμοτείχου
Το Μεγάλο Τέμενος Διδυμοτείχου

Έχει τρεις θύρες, από τις οποίες η κεντρική προβάλλεται με θαυμαστά αραβουργήματα και περίτεχνα μοτίβα. Επίσης το εσωτερικό του τεμένους υπάρχουν τοιχογραφίες μοναδικές με ιδιαίτερο διάκοσμο. Ο εσωτερικός διάκοσμος του νότιου τοίχου, αναπαριστά την Ουράνια Πόλη, ένα θέμα που αναπαριστάται στο περίφημο ψηφιδωτό του Τεμένους Ομάρ στη Δαμασκό της Συρίας. Επίσης μέχρι προ λίγων ετών ήταν εμφανής επί του βόρειου τοίχου, μία μοναδική παράσταση της ισλαμικής τέχνης με μορφή προσευχόμενης γυναίκας. Οι άλλοι τοίχοι είναι διακοσμημένοι με καλλιγραφικά γράμματα, ρητά και γνωμικά από το Κοράνι, μικρές προσευχές και επικλήσεις ιερών προσώπων. Διαθέτει εσωτερικό ξύλινο θόλο του 14ου αιώνα, ξεχωριστή τέχνης.

Διαθέτει πυραμιδοειδή στέγη κατά την τεχνοτροπία αρχιτεκτονικής των Σελτζούκων, η οποία παλαιότερα ήταν καλυμμένη με φύλλα μολύβδου. Πριν λίγα χρόνια αντικαταστάθηκαν από τέντα, λόγω στατικότητας και σήμερα βρίσκονται σε εξέλιξη εργασίες μεταξύ άλλων αποκατάστασης της στέγης. Το δάπεδο απαρτίζουν καλά προσαρμοσμένες πλινθόπλακες, ενώ παλαιότερα καλυπτόταν από βαρύτιμους και πολύχρωμους τάπητες.

Ο κομψός και πανύψηλος μιναρές είναι ενσωματωμένος στο περίγραμμα του κτιρίου, διαθέτοντας όμως ξεχωριστή εξωτερική είσοδο.

Ντόπιοι λόγιοι στηριζόμενοι στην τοπική παράδοσης, αλλά και στο γεγονός ότι τα θεμέλια του Τεμένους προβάλλουν σε κάποια σημεία έξω από το κτίριο, δημιούργησαν την ευλογοφανή εικασία για ύπαρξη προγενεστέρου κτίσματος (πιθανόν Χριστιανικού ή αρχαιοτέρου ναού) στον ίδιο χώρο, γεγονός που ισχύει σε πολλούς καθαγιασμένους τόπους.

Τη συγκεκριμένη περίοδο της κατασκευής του Τεμένους (τέλη 14ου και αρχές 15ου αιώνα), στο Διδυμότειχο διέμεινε ο φημισμένος Οθωμανός αξιωματούχος Ουρούτς Πασά, ο οποίος ήταν γόνος μιας από τις πιο σημαντικές οικογένειες της αυτοκρατορίας. Διετέλεσε Στρατηγός του Σουλτάνου Μουράτ Β΄ και Μπεηλέρμπεης της Ανατολίας. Ο Ουρούτς Πασά πραγματοποίησε εξαιρετικό κατασκευαστικό έργο και περί το 1400 ίδρυσε  Ανώτερο Ιεροσπουδαστήριο (Μεντρεσέ). Από την περίοδο της διοίκησής του σήμερα διατηρούνται, τα Λουτρά Ουρουτς Πασά (γνωστά ως «Λουτρά των Ψιθύρων») έργο του 1398-99 και το μαυσωλείο του όπου ετάφη το 1426, γνωστό ως Πυροστιά, λόγω του σχήματός του.

Ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής, συνέδεσε το όνομά του με την πόλη, καθώς διέμενε εδώ κατά τις προετοιμασίες του για κατάληψης της Κωνσταντινούπολης (1452/53) και ίδρυσε μουσουλμανική Σχολή (μεντρεσέ). Επίσης εδώ γεννήθηκε ο γιος του το 1449, ο μετέπειτα Σουλτάνος Βαγιαζήτ Β΄ (-1512), συνεχίζοντας μια παράδοση που ήθελε την πόλη ως τόπο γέννησης ανάκτων, καθώς η Καστροπολιτεία του Διδυμοτείχου απετέλεσε τη γενέτειρα αυτοκρατόρων, του Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη (1193) και του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου (1332).

Το Τέμενος μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό του Αγίου Γεωργίου, κατά κατάληψη της πόλης από τους Βουλγάρους το 1912. Την επόμενη χρονιά (1913) μετά την επιστροφή των Τούρκων επαναλειτούργησε ως Τζαμί, ενώ προστέθηκε και δεύτερος εξώστης στο μιναρέ, που μια παράδοση θέλει ως χρηματοδότη του έργου τον Μουσταφά Κεμάλ (κατόπιν «Ατατούρκ»). Κατά τη Γερμανική Κατοχή (1941-44) χρησιμοποιήθηκε από τους Γερμανούς ως φυλακή.

Σήμερα στο Τέμενος πραγματοποιούνται εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης και επισκευής από υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, με σκοπό την ανάδειξη του κτιρίου και την μετατροπή του σε επισκέψιμο μνημείο πολιτισμού.

 

Το Μεγάλο Τέμενος Βαγιαζήτ (ή Μωάμεθ Α΄) του Διδυμοτείχου έχει χαρακτηρισθεί από τη Γ.Γ. του Υπουργείου Πολιτισμού κ.Λίνα Μενδώνη, ως «Το σημαντικότερο ισλαμικό μνημείο της Ευρώπης».

Ευάγγελος Σ. Σοβαράς,  «Καστροπολίτης»

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– «Το εν Διδυμοτείχω τέμενος Βαγιαζήτ», Αρχιμ.Νικόλαος Βαφείδης, Διδυμότειχο 1937

– «OSMANLI SEHIRLERI», Pars TUGLACI, Milliyet 1985

– «Το Ιστορικό Διδυμότειχο», Αθ.Γουρίδης, Διδυμότειχο 1999

– «Το τζαμί του Διδυμοτείχου», Χρ.Κηπουρός, Θράκη 2005

– «Διδυμότειχο, μια άγνωστη πρωτεύουσα», Αθ.Γουρίδης, Κομοτηνή 2006

– «Τέμενος Μεχμέτ Α΄», ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

– «Βαγιαζήτ Α΄», ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

– «Τέμενος Βαγιαζήτ», ιστοσελίδα Δήμου Διδυμοτείχου

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ