Αφήνουμε τα παιδιά μας να μεγαλώσουν;

Η απώλεια είναι το χάσιμο, ο αποχωρισμός από κάτι σημαντικό για τη ζωή μας. Η ζωή από τη στιγμή που γεννιόμαστε είναι γεμάτη απώλειες και πράγματα που καλούμαστε να αφήσουμε πίσω μας. Η πρώτη απώλεια που βιώνουμε είναι ο αποχωρισμός από το ασφαλές περιβάλλον της μήτρας της μητέρας μας, ο θάνατός μας ως έμβρυα  είναι προϋπόθεση για τη γέννηση μας ως βρέφη. Σύμφωνα και με τον Neimeyer (2006) όλες οι αλλαγές εμπεριέχουν την απώλεια, όπως και όλες οι απώλειες απαιτούν την αλλαγή.

To πένθος είναι ο τρόπος που  αντιδρούμε στην απώλεια. Πρόκειται για μια  συναισθηματική διεργασία, στην οποία μπαίνουμε ύστερα από τη βίωση μιας πραγματικής ή συμβολικής απώλειας. Όταν καλούμαστε, δηλαδή, να αποχωριστούμε κάτι σημαντικό για εμάς, ένα αντικείμενο αγαπημένο, μια σχέση, ένα συναίσθημα, μια κατάσταση, το πένθος είναι η διεργασία την οποία αν την ολοκληρώσουμε επιτυχώς, θα καταφέρουμε να αποδεχτούμε την απώλεια και να προσαρμοστούμε ξανά σε μία καινούρια πραγματικότητα από την οποία λείπει ό, τι χάθηκε για πάντα. Μαζί με κάθε απώλεια χάνουμε και ένα κομμάτι του εαυτού μας. Έτσι μέσω της  διαδικασίας του πένθους βιώνουμε πολυεπίπεδες και πολύπλευρες αλλαγές και παρατηρούμε τον εαυτό μας να αντιδρά σε σωματικό, συναισθηματικό, γνωστικό, πνευματικό αλλά και στο επίπεδο της συμπεριφοράς. Η αποδοχή της απώλειας και η συναισθηματική επανατοποθέτηση μέσα μας αυτού που χάθηκε από τη ζωή μας, σημαίνει σύμφωνα με τον Worden (1991) την επιτυχή ολοκλήρωση της διαδικασίας του θρήνου. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η διαδικασία του πένθους και του θρήνου είναι μια πολύ προσωπική διαδικασία για κάθε άνθρωπο που δεν περιορίζεται σε καλούπια και συγκεκριμένα βήματα.

Τα παιδιά βιώνουν και αυτά τη διαδικασία του πένθους όταν χάνουν κάτι σημαντικό γι αυτά, όταν βιώνουν αλλαγές, όταν κάποιος πεθαίνει. Τα παιδιά πενθούν διαφορετικά από τους ενήλικες και έχουν ανάγκη να τους επιτρέπουμε να βιώνουν το πένθος και το θρήνο όπως ακριβώς τους ταιριάζει κάθε φορά. Σε αντίθεση με τους ενήλικες τα παιδιά εκφράζουν το θρήνο τους σπανιότερα με λόγια αλλά κυρίως μέσα από   το παιχνίδι, τις ζωγραφιές τους, τον τρόπο που σχετίζονται. Σύμφωνα με τον Herbert (2004) σε συναισθηματικό επίπεδο, τα μικρά παιδιά δεν μπορούν να διακρίνουν τα διαφορετικά τους συναισθήματα και δεν μπορούν να μείνουν για πολύ καιρό λυπημένα. Συνήθως τα παρατηρούμε να θρηνούν κατά διαστήματα. Στις αντιδράσεις των παιδιών που πενθούν παρατηρούμε θλίψη, ξεσπάσματα θυμού ή κλάματος, αλλαγές στις συνήθειες του ύπνου, του φαγητού, στη συμπεριφορά, εκδήλωση συμπεριφορών προηγούμενων σταδίων ανάπτυξης, ενοχής για το θάνατο του αγαπημένου προσώπου, συνεχείς σκέψεις για το θάνατο, επίμονη αναζήτηση του ατόμου που πέθανε, ψυχοσωματικά συμπτώματα.

Πολλές φορές ως ενήλικες νιώθουμε την ανάγκη να προστατέψουμε τα παιδιά από το να βιώσουν το πένθος. Έτσι τους αποκρύπτουμε την αλήθεια σχετικά με την απώλεια ή υποτιμάμε την αξία συναισθημάτων που φοβόμαστε ότι θα τους προκαλέσουν πόνο, όπως τη λύπη και τη θλίψη. Με τον τρόπο αυτό όμως τα αποτρέπουμε από το να μπορούν να πενθούν και να προσαρμόζονται στις αλλαγές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας πολύ σημαντικής εξελικτικής απώλειας την οποία ίσως και να μην έχουμε σκεφτεί, είναι η απώλεια που βιώνουν τα παιδιά όταν καλούνται να εισαχθούν στο δημοτικό σχολείο. Τα  παιδιά καλούνται να πενθήσουν κατά τη διάρκεια της πρώτης τάξης, τα χρόνια της προσχολικής εκπαίδευσης και τη ζωή τους ολόκληρη όπως ήταν μέχρι πριν, η οποία περιελάμβανε συνήθως μία δασκάλα και λίγους συνομηλίκους του νηπιαγωγείου, μαζί και με τα μέλη της οικογένειάς τους. Πλέον καλούνται να αποχαιρετήσουν συμμαθητές και δασκάλους από το νηπιαγωγείο, να σχετιστούν με παιδιά περισσότερων ηλικιών, να κάτσουν σε θρανία, να αρχίσουν να γράφουν και να κάνουν εργασίες. Τα παιδιά που μπαίνουν στην πρώτη δημοτικού καλούνται να πενθήσουν τον εαυτό τους ως νήπια και να ανακαλύψουν τον καινούριο εαυτό τους βουτώντας σε ένα πέλαγος από αλλαγές μαζί με τις οποίες χρειάζεται να κολυμπήσουν.  Έτσι πολλές φορές παρατηρούμε στους μαθητές της πρώτης τάξης ξεσπάσματα θυμού ή κλάματος, δυσκολία να αποχωριστούν τους γονείς τους, φοβίες, πόνους στην κοιλιά ή σε άλλα σημεία στο σώμα τους.

Είναι σημαντικό λοιπόν, να καταφέρουμε να αφουγκραστούμε τα συναισθήματα των παιδιών και αγκαλιάσουμε μαζί τους τις αλλαγές. Έτσι, τους επιτρέπουμε να βιώσουν αυτή την τόσο σημαντική απώλεια γι αυτά. Τότε κι αυτά με τη σειρά τους, διευκολύνονται να επανεπενδύσουν στη νέα τους ζωή με εμπιστοσύνη σε αυτό που γίνονται μέσα από τις απώλειες που έχει το να μεγαλώνουν.

Αναφορές

Herbert, M. (2004). Τα παιδιά μπροστά στο πένθος και την απώλεια. Ελληνικά Γράμματα

Neimeyer, R., (2006). Ν’ αγαπάς και να χάνεις: Αντιμετωπίζοντας την απώλεια, Εκδόσεις Κριτική.

Worden, J.W. (1991[2000]) Grief Counselling and Grief Therapy: A Handbook for the Mental Health Practitioner, 2nd edn. London: Routledge.

 

Δημητρακοπούλου Δήμητρα, Msc

Εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

Προσωποκεντρική Θεραπεύτρια,

Παιδοκεντρική Παιγνιοθεραπεύτρια

Συνεργάτης του Εργαστηρίου Ψυχοκοινωνικών Μελετών

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ