Χρυσόσκονη μου έταξες απόψε
και των αγγέλων τα γλυκά τραγούδια…
τον ξάστερο ουρανό, στα δύο κόψε,
να δω που ξαγρυπνάνε τ’ αγγελούδια

Χριστούγεννα μου έκλεισες στο χέρι,
ένα βοριά, που τις σκεπές πληγώνει,
Χριστούλη μεσ’ το λίκνο και αστέρι
στην πόλη που η γιορτή κοντοζυγώνει.

Εικόνες μου πλημμύρισες τα μάτια,
Δεκέμβρη φορτωμένο με λαμπιόνια,
βιτρίνες φωτισμένες σαν παλάτια,
έλατα που τα βάρυναν τα χιόνια

Στο βάθος της καρδιάς μου, είχες φυλάξει,
εκείνο το ταξίδι με τους μάγους,
την ώρα που Η ΖΩΗ είχε αράξει
στη φάτνη… με τα χνώτα και τους πάγους.

Ένα χαμόγελο μου σκάλωσες στα χείλη,
με κάλαντα ομόρφυνες τους δρόμους,
μου είπες, πάντα θα’ μαστε δυό φίλοι
και μου ‘ραψες  χρυσά φτερά στους ώμους…

Ότι υπάρχει μέσα μου, ξυπνάει…
… ένα παιδί… κι εγώ, χέρι με χέρι.
Με βλέπει αθώα και γλυκά ρωτάει,
τι θες ο Άγιος Βασίλης να σου φέρει;
ένα παραμύθι… απάντησα…
… και χαμογέλασα!

LEAVE A REPLY