Χειμωνιάτικη νύχτα στο Παρίσι

0
973

Χειμωνιάτικη νύχτα του Δεκέμβρη σε μια πόλη μαγική. Έξω το χιόνι κάνει δειλά – δειλά την εμφάνισή του. Παρίσι, πόλη του φωτός. Μία ψηλόλιγνη ανδρική φιγούρα σε μία υπόγεια παλιά γκαρσονιέρα της οδού Σαιν-Λαζάρ, στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα, ντύνεται βιαστικά και χάνεται στους δρόμους.

Στρίβοντας σε μια γωνιά ενός ερημικού δρόμου το βλέμμα του σταματάει σε τρεις αλήτες που ζεσταίνονται γύρω από μία φωτιά, ξορκίζοντας τους φόβους τους μ’ ένα μπουκάλι φτηνόαλκοόλ, το οποίο μοιράζονται ένας ένας με τη σειρά. Ο Luciano σκέφτεται πως εδώ και πολύ καιρό έχει να μοιραστεί με κάποιον έστω και δυό γουλιές κρασί. Μπαίνει στο πρώτο μπαράκι που βρίσκει μπροστά του. Ένα υπόγειο με μία ξύλινη πόρτα για είσοδο. Χαμηλωμένα φώτα, απαλή ROCK μουσική, κάθεται στο μπαρ και ζητάει από τον μπάρμαν να του φέρει ένα ποτήρι κόκκινο κρασί:

-Μπορντώ του 2007 αν έχεις σε παρακαλώ.

Το Μπορντώ ο Luciano το θεωρεί δεύτερη πατρίδα του. Έζησε αρκετά χρόνια εκεί. Έφυγε από τη Χιλή εξαιτίας των πολιτικών γεγονότων έλεγε, αλλά η αλήθεια είναι άλλη. Έφυγε όταν ήταν είκοσι χρονών στη Γαλλία για να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης με υποτροφία.

Γόνος διάσημης οικογένειας της Χιλής, η μητέρα του από τις πιο διάσημες ζωγράφους της Λατινικής Αμερικής, ενώ ο πατέρας του ήταν καθηγητής πανεπιστημίου και φιλέλληνας, στο πανεπιστήμιο του Santiago. Για λίγο ένοιωσε να χάνεται μέσα στους καπνούς των τσιγάρων και τη γεύση του κρασιού. Εδώ και ένα μήνα είχε γυρίσει από την Αϊτή, που είχε πάει για να ζήσει την εμπειρία της περιπέτειας.

Από την φύση του ήταν τυχοδιώκτης και ονειροπόλος. Μ’ ένα σακίδιο, ένα εισιτήριο και εκατό δολάρια ξεκίνησε γι’ αυτό το ταξίδι. «Θα βρω την άκρη μου εκεί» είχε σκεφτεί και την βρήκε. Έζησε δύο χρόνια στα νησιά της Καραϊβικής. Έκανε δουλειές του ποδαριού και είχε γίνει ένα με τους ντόπιους κατοίκους και τις συνήθειες τους. Αναγκάστηκε να φύγει όταν ένοιωθε ότι δεν είχε πια τίποτε άλλο να του προσφέρει η Καραϊβική. Έτσι έφυγε για το Παρίσι όπου διέμενε ο αδελφικός του φίλος Antuan.

Έπιασε δουλειά. Για λίγο καιρό τον φιλοξενούσε στο σπίτι του ο Antuan, όπου μοιράζονταν ένα δυάρι. Ο Antuan ετοιμαζόταν να παντρευτεί την Αnny. Το είχε πάρει απόφαση ότι ήθελε να νοικοκυρευτεί. Ήθελε τόσο πολύ να κάνει ένα παιδί!

Χαμένος στους καπνούς του τσιγάρου, τη δυνατή μουσική, τα χαμηλά φώτα και το κόκκινο κρασί ο Luciano γύριζε με τις σκέψεις του στις γκρίζες μέρες του 80, όταν έπαιρνε μέρος στην αντίσταση κατά του καθεστώτος του Πινοσέτ. Τότε που πίστευε ότι μπορούσε να σώσει τη χώρα. Μόνο που αυτό το συναίσθημα που προέρχονταν από βαθειά εσωτερική ανάγκη για αλλαγή, γρήγορα ξεθώριασε και έδωσε τη θέση του σε άλλες ανάγκες. Η ανάγκη, όπως την ονόμαζε ή αλλιώς το σαράκι που τον έτρωγε να γυρίσει και να γνωρίσει τον κόσμο, για να βιώσει νέες συγκινήσεις και που δεν τον άφηνε να μένει πολύ σε ένα τόπο, σε μία ιδέα. Ίσως και γι’ αυτό να μην είχε κάνει ακόμα οικογένεια, να μην είχε δεσμευτεί σοβαρά.

Αστραπιαία πέρασε από το μυαλό του η εικόνα της Νicole, την είχε ερωτευθεί παράφορα, έμεινε μαζί της τρία ολόκληρα χρόνια στο Μπορντώ και μια μέρα ξαφνικά έφυγε χωρίς εξηγήσεις. Δεν το μετάνιωσε ποτέ, αν και ποτέ δεν έπαψε να την αγαπά. Σκεφτόταν μάλιστα, πως αν ποτέ αποφάσιζε να φτιάξει τη ζωή του, εκείνη θα διάλεγε. Για τον Luciano, είχε ό,τι ζητούσε από μία σύντροφο, αυτή η γυναίκα.

Ξαφνικά στο μυαλό του εισέβαλε η μορφή της αυταρχικής μάνας του. Απ’ αυτή τη γυναίκα ελάχιστα όμορφα πράγματα θυμόταν, ακόμα και τώρα στα σαρανταέξι του χρόνια, που βίωνε μία μορφή καταπίεσης, όταν αυτή ερχόταν στο μυαλό του. Μια δυναμική γυναίκα που είχε ευνουχίσει τα κοντινά της πρόσωπα, μα περισσότερο τον γιο της. Μελαγχόλησε, ήπιε μια γουλιά κρασί και κάπνισε το τσιγάρο που σχεδόν είχε καεί μέσα στο τασάκι.

-Όλα καλά; Τον ρώτησε ο μπάρμαν.

-Ναι όλα καλά, είπε ο Luciano.

Είχε τόσο πολύ ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον, αλλά ο μπάρμαν δεν είχε χρόνο για κουβέντες. Κοίταξε γύρω του, άνθρωποι σκεφτικοί, κλεισμένοι στις σκέψεις τους, που δεν είχαν όρεξη για κουβέντα. Έριξε μία ματιά έξω, το χιόνι όσο πήγαινε γινόταν όλο και πιο πυκνό, το Παρίσι είχε ντυθεί στα λευκά.

-Μου δίνεται τη φωτιά σας;

Ακούστηκε μία γυναικεία γνώριμη φωνή. Ταράχτηκε! Ονειρεύομαι σκέφτηκε, γύρισε και τι να δει! Το οικείο πρόσωπο, τα μακριά μαύρα μαλλιά, τα ίδια γνώριμα μπλε μάτια που τον κοιτούσαν ξανά. Δεν ονειρευόταν, ήταν η Νicole, δεν είχε αλλάξει καθόλου με το πέρασμα του χρόνου. Της έδωσε τη φωτιά του. Κοιτάχτηκαν, ακούμπησαν ο ένας το χέρι του άλλου. Έξω από το παράθυρο το χιόνι συνέχισε να πέφτει πυκνό, σκεπάζοντας ακόμα και τις πικρίες του παρελθόντος.

LEAVE A REPLY