Δεκέμβρης, λίγο πριν από τις γιορτές, αντί για χιόνι, έξω στους δρόμους της μικρής αυτής πόλης, εδώ και λίγες μέρες βρέχει ασταμάτητα.

Το κρύο τσουχτερό, όπου μαζί με το δυνατό αέρα και τη μικρή μέρα κάνουν την ατμόσφαιρα ακόμη πιο μελαγχολική, παρόλο που η πόλη από συνήθεια, για μία ακόμη χρονιά φοράει τα γιορτινά της. Στο μικρό διαμέρισμα της οδού Κομνηνών 48, στο δεύτερο όροφο, η Ευρυδίκη εδώ και λίγη ώρα προσπαθεί να στολίσει το σπίτι της, κάτι το οποίο κάνει κάθε χρόνο από τότε που ήταν παιδί, τώρα πια βέβαια, μετά από τόσα χρόνια, περισσότερο από συνήθεια.

Από παιδί θυμάται ότι κάθε 23 του Δεκέμβρη όταν έκλειναν τα σχολεία, στο μικρό χωριό όπου έμενε, περίμενε πως και πώς να πάει στο σπίτι και μαζί με τον πατέρα της να στολίσουν το δέντρο. Ήταν ένα από τα πολλά πράγματα που κάνανε μαζί οι δυο τους. Η Ευρυδίκη θυμάται πάντα με πολύ αγάπη τον πατέρα της τα Σάββατα που πήγαιναν με το σαραβαλάκι τους στο σούπερ μάρκετ της πόλης για ν’ αγοράσουν τα ψώνια της εβδομάδας.

Ο Κυρ – Μενέλαος ήταν περήφανος για την οικογένειά του, που είχε φτιάξει σε μεγάλη ηλικία. Εκείνος γύρω στα 37 και η γυναίκα του μόλις στα 22 όταν παντρευτήκανε. Παντρεύτηκαν με προξενιό, στη δική τους περίπτωση ο έρωτας δεν ήρθε ποτέ, παρά η αγάπη και ο σεβασμός, στοιχεία τα οποία, μέσα στην πορεία των χρόνων που διένυαν μαζί, δυνάμωναν ολοένα και περισσότερο.

– Δεν είχα χρόνο να φτιάξω οικογένεια νωρίτερα, έλεγε όταν τον ρωτούσαν, έπρεπε να κάνω άλλα πράγματα, για να γεμίσω εμπειρίες και να τις μεταφέρω ως δώρο στα παιδιά μου.

Για ό,τι είχε κάνει στη ζωή του ήταν πολύ περήφανος. Η Ευρυδίκη θυμάται τον πατέρα της να της διηγείται για πολλοστή φορά ότι το 1969 ήταν και αυτός στην κηδεία του γέρου της δημοκρατίας. Είχε την τιμή έλεγε να σηκώσει και εκείνος το φέρετρό του. Από τότε πολιτικά έμεινε πιστός στις ιδέες της κεντροαριστεράς και αργότερα την δεκαετία του 80 έδωσε σε τοπικό επίπεδο αγώνα για αυτές του τις ιδέες. Άνθρωπος της βιοπάλης, τεχνίτης στο επάγγελμα, αλλά και καλός διπλωμάτης. Επειδή δεν μπόρεσε να σπουδάσει ο ίδιος, αν και αγαπούσε τα γράμματα, ήθελε τα παιδιά του να το κάνουν αυτό.

– Από καημό δικό μου όπως έλεγε που η ριμάδα η φτώχεια δεν με άφησε να σπουδάσω θέλω τα παιδιά μου να σπουδάσουν για να έχουν καλύτερη ζωή και όχι να παρακαλάνε για το μεροκάματο.

Πέρα από τα γράμματα αγαπούσε την ομάδα μπάσκετ του Άρη που εκείνη την εποχή μεσουρανούσε, αλλά και τον Παναθηναϊκό με το Σαραβάκο. Αγαπημένη του ασχολία όμως ήταν και η μαγειρική, του άρεσε μάλιστα να παινεύεται λέγοντας ιστορίες από το στρατό όπου υπηρέτησε ως μάγειρας, αλλά και να καμαρώνει που κάποτε η Σοφία Βέμπο είχε φάει από τα χεράκια του στην κοσμική ταβέρνα στην Βάρη όπου ο Κυρ – Μενέλαος δούλευε ως σεφ.

Η Ευρυδίκη θυμάται τον πατέρα της όταν ερχόταν κατάκοπος κάθε απόγευμα από τη δουλειά να πέφτει πάνω στην αγκαλιά του για να του δώσει ένα τρυφερό φιλί και εκείνος να της λέει:

– Κάνε ένα καφεδάκι τώρα στο μπαμπά για να ξεκουραστεί.

Βαρύ γλυκό τον έπινε ο Κυρ – Μενέλαος τον καφέ του. Μετά το θάνατό του η Ευρυδίκη δε θέλησε ποτέ να ξαναφτιάξει ελληνικό καφέ.

Θυμάται ακόμα όταν της εξιστορούσε που το 1964 μ’ ένα διαβατήριο στο χέρι ήταν έτοιμος να μεταναστεύσει με τον κολλητό του φίλο τον Πασχάλη για την Γερμανία. Τρέλα της στιγμής ήταν έλεγε η οποία πέρασε. Λίγο πριν μπουν στο τρένο το μετάνιωσαν. Θα μείνω και θα παλέψω εδώ στην χώρα μου είχε πει και το έκανε.

– Ας το καλό, τι με έπιασε τώρα και τα σκέφτομαι όλα αυτά, είπε δυνατά στον εαυτό της η Ευρυδίκη, ενώ ασυναίσθητα σκούπισε τα μάτια της που είχαν βουρκώσει και τα δάκρυα γλιστρούσαν στα μάγουλά της.  Προσπαθούσε να βγει από μνήμες άλλων εποχών, καθώς την ώρα που στόλιζε το δέντρο είχανε κατακλύσει τη σκέψη της.

Η ώρα περνούσε  και εκείνη το μόνο που είχε κάνει ήταν να στήσει το δέντρο βάζοντας τα φωτάκια πάνω του. Κάποια στιγμή σταμάτησε, άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε στο μπαλκόνι, τ’ αστέρια δε φαινόταν στον ουρανό παρά μόνο σταγόνες βροχής που εναλλάσσονταν με νιφάδες χιονιού οι οποίες στροβιλίζονταν στον αέρα χορεύοντας ένα βιεννέζικο βαλς. Πήρε μια βαθιά ανάσα και παρότι το κρύο ήταν τσουχτερό εκείνη δεν είχε όρεξη να μπει μέσα στο σπίτι, της άρεσε να κοιτάζει τη βροχή και το χιόνι που έπεφταν μαζί αγκαλιασμένα.

Καθώς ένοιωθε το κρύο να την τυλίγει θυμήθηκε πως όταν ήταν έφηβη ήθελε να ταξιδέψει σε χώρες όπου ο πόλεμος και η φτώχια ταλαιπωρούσε τους ανθρώπους και το κρύο της δυστυχίας τους έκανε να έχουν ανάγκη τη ζεστασιά που θα τους προσέφεραν απλόχερα άλλοι άνθρωποι. Γιατί η Ευρυδίκη πίστευε στον άνθρωπο και στις δυνάμεις του, ήθελε να ταξιδέψει σε μέρη μακρινά όπου θα έβλεπε άλλους πολιτισμούς και θα διαπίστωνε αυτό που πάντα πίστευε, ότι τα συναισθήματα και οι ανάγκες του ανθρώπου είναι ίδιες παντού και δεν έχουν να κάνουν με το χρώμα στο δέρμα, αλλά με την ψυχή και την καρδιά. Βαθιά ανθρωπίστρια, πίστευε στο καλό και στο κακό που φώλιαζαν αξεδιάλυτα μέσα στον άνθρωπο. Ακόμα και τώρα στα 31 της παρόλο που δεν είχε καταφέρει να ταξιδέψει και δεν είχε πια την διάθεση να το κάνει, της άρεσε απλά να τα ονειρεύεται.

Η ώρα περνούσε, το πάτωμα του μπαλκονιού είχε γεμίσει με νερά και λιγοστό χιόνι, με αποτέλεσμα να έχουν μουσκευτεί τα πόδια της, δίχως εκείνη να το καταλάβει. Κοίταξε από τη μισάνοιχτη πόρτα το ρολόι στον τοίχο, η ώρα είχε πάει μία τα ξημερώματα. Μπήκε μέσα στην κουζίνα φτιάχνοντας ένα φλιτζάνι αρωματικό τσάι για παρέα και συνέχισε να στολίζει το δέντρο. Όταν τελείωσε η ώρα είχε πάει τέσσερις. Έκλεισε τα φώτα, άναψε τα γιορτινά λαμπιόνια και κάθισε μπροστά στο δέντρο ακούγοντας Χριστουγεννιάτικα τραγούδια με τον Φράγκ Σινάτρα. Ξημέρωνε 24 Δεκέμβρη παραμονή Χριστουγέννων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ