Στα κύματα καθρέφτισα
λευκά θαλασσοπούλια
και με το νύχι ξέφτισα
την άκρη από την πούλια.

Χρώματα έριξα μελιά
στης αμμουδιάς την όψη,
μα κόκκινα άνοιξα πανιά
στου ξυραφιού την κόψη.

Ότι κι αν ήθελα εγώ
δεν έχει σημασία·
κάτι ήθελα συμβατικό,
γλάρους και νηνεμία.

πέτρες να στέκουν στα νερά,
ψάρια να κολυμπούνε
και κάτι αγκίστρια μυτερά
γλυκά να με τρυπούνε.

μ’ αλλιώς τα θέλησε η ζωή
μαύρο, μαβί και γκρίζο,
και μιαν αλήθεια σιωπηλή
μπροστά μου αντικρίζω.

Ένας νοτιάς λυσσομανά
εκεί που σκάει το κύμα
τ’ όνειρο … κλείνει τα πανιά
στο πρώτο μου το βήμα…

LEAVE A REPLY