Οι διατροφικές διαταραχές όπως η ανορεξία και η βουλιμία, σχετίζονται με σημαντικές ανησυχίες σχετικά με το βάρος και το σχήμα του σώματος. Στην  ανορεξία είναι  χαρακτηριστικός  ο φόβος  της αύξησης βάρους ή της πάχυνσης που συνοδεύεται από μια  αδυναμία  αντίληψης του αδυνατισμένου σώματος ως  ασθενικά αδύναμο  μαζί με μια υπερβολική σημασία που δίνεται στο  βάρος και το σωματικό σχήμα του ασθενούς.

Αυτά τα οριστικά κριτήρια για τη διάγνωση κάποιας  διατροφικής  διαταραχής, κάνουν  σαφή  τη σημασία της εικόνας του σώματος για την κατανόηση και την εξήγηση των διατροφικών  διαταραχών  (Keel και Forney, 2013). Το ιδανικό λεπτό  σώμα (!)  μέχρι στιγμής,  αυτό το ιδανικό στη σύγχρονη κοινωνία  και η ενσωμάτωση (ενδοβολή)  του μαζί με  την επακόλουθη ανησυχία  για το βάρος είναι συνυφασμένο ως αιτιολογία της νόσου σε μια σειρά επεξηγηματικών μοντέλων  διατροφικών  διαταραχών. Κατά την εφηβεία, η στάση απέναντι στην εμφάνιση του εφήβου, διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην αυτοεκτίμηση.

Πολλοί μαθητές  αυτής της ηλικίας απορροφούνται από την  σκέψη  του σωματικού  βάρους  και των προσπαθειών για  την διαμόρφωση ενός  σώματος με ιδανικές αναλογίες. Οι κύριοι κοινωνικοπολιτιστικοί παράγοντες διαμορφώνουν, ενισχύουν ή τροποποιούν το αδύνατο  και σωστά διαμορφωμένο σώμα προς το συμφέρον  της βιομηχανίας της μόδας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Η επίτευξη τέτοιου ιδεώδους επηρεάζει σχεδόν πάντοτε τη διατροφική συμπεριφορά των εφήβων  (Tomori & Rus-Makovec, 2000). Η εφηβεία είναι ένα μοναδικό στάδιο. Πολλοί ερευνητές θεωρούν την εφηβεία ως το σημαντικότερο γεγονός στη διαδικασία της ωρίμανσης της προσωπικότητας.

Το νέο σώμα, με  νέες διαστάσεις και ευδιάκριτα πλέον  δευτερεύοντα σεξουαλικά χαρακτηριστικά και άλλες σωματικές  διαφορές από το προηγούμενο στάδιο ανάπτυξης αρχίζει να μπαίνει   σε  βιοψυχοκοινωνικα απαιτούμενους  εντελώς νέους ρόλους, καθώς και σε εκ νέου καθορισμένους ρόλους, το ίδιο άγνωστους έως τότε. Υπάρχουν νέες προσδοκίες, νέες σχέσεις μέσα στην οικογένεια των εφήβων, στις ομάδες με τους συμμαθητές και το σχολικό περιβάλλον (Feldman & Elliott, 1990: Graber & Brooks-Gunn, 1996: Allen & Sheeber, 2009).

Συνηθισμένα  σε αυτή την περίοδο είναι τα ανησυχητικά και καταθλιπτικά  συναισθήματα ανεπάρκειας  όπως υπερευαισθησία, μη ρεαλιστικοί φόβοι, και ανησυχίες, συστολή, αίσθημα ανεπάρκειας προβλήματα ύπνου, φόβος σχολείου, διαταραχές  από το φάσμα του  αυτισμού, κατάχρηση ψυχοδραστικών ουσιών, διατροφικές διαταραχές κλπ.,. (Allen & Sheeber., 2009)

Επιπλέον, ένας αριθμός προσωπικών χαρακτηριστικών  ασκεί όχι μόνο επιρροή αλλά αυξάνει και τον κίνδυνο ανάπτυξης  διατροφικής διαταραχής. Η διατροφική διαταραχή λοιπόν έχει συσχετιστεί ερευνητικά και κλινικά με την τάση  του ατόμου στην ιδεοποίηση μιας συγκεκριμένης εικόνας του σώματος (συνήθως είναι το ιδανικό ενός λεπτού, αδύναμου και εξαίρετου σώματος στη σύγχρονη κουλτούρα μας) και  με την  επιλογή  ενός περιβάλλοντος, μιας παρέας με συνομηλίκους που στηρίζουν περαιτέρω και αυξάνουν την ανάπτυξη αυτού του ιδεώδους

Το 1998, μια ομάδα Ολλανδών ερευνητών (Ham et al, 1998) παρουσιάζει τα αποτελέσματα μιας τετραετούς έρευνας  σχετικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη της διατροφικής διαταραχής. Σε αυτή την έρευνα  συμμετείχαν  49 άτομα που είχαν διαγνωστεί με διατροφική διαταραχή. Τα αποτελέσματα δείχνουν έντονα τη σημασία των προσωπικών παραγόντων  και  χαρακτηριστικών που μελετήθηκαν  μέσω το Dutch Personality Questionnaire. Διαπιστώθηκε επίσης ότι οι διάφορες ομάδες των ασθενών με διατροφικές διαταραχές – όπως οι ανορεκτικοί και οι βουλημικοί  έχουν διαφορετικά προσωπικά χαρακτηριστικά που επηρεάζουν την ασθένειά τους. Παράγοντες όπως οι έντονες φοβίες, δυσκολία αποχωρισμού από τη μητρική  οικογένεια, ανώριμες σεξουαλικές συμπεριφορές και προσδοκίες, χαμηλή αυτοεκτίμηση, και η διάρκεια της νόσου (που επηρεάζει  την προσωπικότητα και την αλλαγή της)  σχετίζονται με κακή πρόγνωση.

Κατά την τελευταία δεκαετία έχουμε δει αξιοσημείωτη πρόοδο στην κατανόηση των συγκεκριμένων παραγόντων που σχετίζονται με την ψυχοπαθολογία παιδιών και εφήβων. Σήμερα μπορούμε να διακρίνουμε καλύτερα τις συγκεκριμένες παιδικές και εφηβικές  διαταραχές, καθώς και τα γενικά χαρακτηριστικά και τους μηχανισμούς αυτόν των πολύ διαφορετικών ψυχοπαθολογικών διαταραχών. Επίσης  σήμερα είμαστε σε θέση να διακρίνουμε την ψυχοπαθολογία των παιδιών και έφηβων από εκείνη των ενηλίκων και να παρέχουμε εξειδικευμένη ψυχολογική στήριξη και θεραπεία.

Ποπόβα Γκεργκάνα

Ψυχολόγος- Προσωποκεντρική Συμβουλος Ψυχικής Υγείας,

Παιδοκεντρική Παιγνιοθεραπεύτρια- Συνεργάτης του Ε.Ψ.Μ.

Αναφορές:

  • Allen & Sheeber., (2009). Adolescent emotional development and the emergence of depressive disorders. Cambridge  University  Press 978-0-521-86939-3
  • Graber, J. A., & Brooks-Gunn, J. (1996). Transitions and turning points: Navigating the passage from childhood through adolescence. Developmental Psychology, 32(4), 768-776.
  • Feldman, S. S., & Elliott, G. R. (Eds.). (1990). At the threshold: The developing adolescent. Cambridge, MA, US: Harvard University Press.
  • Keel, P. K., & Forney, K. J. (2013). Psychosocial Risk Factors for Eating Disorders. International. Journal of Eating Disorders, 46, 433-439.
  • Tomori, M., & Rus-Makovec, M. (2000). Eating behavior, depression, and self-esteem in high school students. Journal of Adolescent Health, 26(5), 361-367
  • Van der Ham, T., Van Strien, D. & Van Engeland, H. (1998) Personality characteristics predict outcome of eating disorders in adolescents: A 4-year prospective study.European Child & Adolescent Psychiatry  7: 79.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ