Η μέση παιδική ηλικία καλύπτει την  περίοδο  μεταξύ 5 και 9 ετών. Για τους περισσότερους ανθρώπους είναι δύσκολο να φανταστούν  ότι τα παιδιά αυτής της ηλικίας  έχουν  πραγματικά προβλήματα και αυτά μπορούν να   επηρεάσουν την ανάπτυξή τους. Στην πραγματικότητα για το παιδί όμως, οι φράσεις όπως: «Μου λένε κακές λέξεις » και «Δεν έχω φίλους» είναι όπως  για τους ενήλικες «Δεν με σέβονται» και «Αισθάνομαι μοναξιά».

Έχει διαπιστωθεί  ότι τα παιδιά στην περίοδο αυτή συναντούν  δυσκολίες σε τέσσερις τομείς: σχολείο, π.χ. το δύσκολο εκπαιδευτικό υλικό, οικογένεια, π.χ. η συναισθηματική αμέλεια των γονιών, διαπροσωπικές σχέσεις,  π.χ. ο φόβος να μιλάει  στους ανθρώπους, εαυτός, π.χ. το αίσθημα σωματικής, κοινωνικής ή προσωπικής ανεπάρκειας. Η παιγνιοθεραπεία αποτελεί την κύρια μέθοδο παροχής συμβουλευτικής βοήθειας για αυτές τις ηλικίες εφόσον το παιχνίδι αποτελεί την κύρια δραστηριότητα του παιδιού η οποία και διαδραματίζει το ρόλο της γλώσσας για τα παιδί.

Μέσα από το παιχνίδι το παιδί  δημιουργεί  διαπροσωπικές σχέσεις με  άλλα παιδιά ή ενήλικες,  οι οποίες  επηρεάζουν  την ψύχο-κοινωνική ανάπτυξη του. Εκφράζει επίσης  τα  συναισθήματά του, «παίζοντας» τις εμπειρίες του. Κάνοντας μια σειρά από ανεξάρτητες ενέργειες το παιδί προβολικά  εκφράζει  συναισθήματα που ίσως δεν γνωρίζει, αντιμετωπίζει εσωτερικές συγκρούσεις «παίζοντάς» τις  με σύμβολα που το ίδιο δεν καταλαβαίνει. Έτσι, το παιδί αντιδρά σε εσωτερικές διαδικασίες των οποίων οι ρίζες βρίσκονται στο ασυνείδητο. Χρησιμοποιώντας ένα συγκεκριμένο παιχνίδι συμβολικά, το παιδί μαθαίνει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες του.  Στη Συμβουλευτική το παιχνίδι χρησιμοποιείται επειδή είναι ένας σαφής τρόπος  αυτό-έκφρασης. Είναι το φυσικό μέσο επικοινωνίας του παιδιού. Χρησιμοποιώντας  το  παιχνίδι, το παιδί μπορεί να αποκαλυφθεί   επαρκέστερα από το να περιγράψει με λόγια το πώς σχετίζεται με  τον εαυτό του, με  σημαντικούς ενήλικες και τα γεγονότα στη ζωή του. Στο παιχνίδι τα  σωματικά, ψυχικά και συναισθηματικά  χαρακτηριστικά του παιδιού  συμπεριλαμβάνονται σε  μια δημιουργική  διαδικασία. Η  παιγνιοθεραπεία είναι ένα δυναμικό σύστημα διαπροσωπικών σχέσεων μεταξύ του παιδιού και του Συμβούλου, ο οποίος  παρέχει  στο παιδί  υλικό για το παιχνίδι  και δημιουργεί ένα ψυχολογικά ασφαλές περιβάλλον, όπου το παιδί μπορεί  να εκφράσει και να εξερευνήσει  τον εαυτό του.  Σε αυτήν την διαδικασία   μεγίστης  σημασίας είναι  η λειτουργιά  του παιχνιδιού  ως μέσο με  το οποίο το παιδί μπορεί να εκφράσει  συναισθήματα και να διερευνήσει σχέσεις, όταν δεν φτάνουν τα  λεκτικά  μέσα.

Στο παιχνίδι τονίζει ο  Φρόιντ, το παιδί δημιουργεί ένα δικό του κόσμο, γεμάτο με συναισθήματα.  Στο παιχνίδι το παιδί μπορεί να κάνει ό,τι δεν μπορεί να κάνει στην πραγματικότητα: να εκφράσει το φόβο, το άγχος, το θυμό, το μίσος, τη ζήλια, τα όνειρά του… Στην  προσωποκεντρική  προσέγγιση  και στην παιδοκεντρική παιγνιοθεραπεία, επίκεντρο  είναι η προσωπικότητα του παιδιού και  όχι τόσο  το πρόβλημα του.  Δίνεται μεγάλη έμφαση σε αυτό, το παιδί να  γίνεται όλο και πιο αυτόνομο,  αντιμετωπίζοντας  τρέχοντα  και πιθανα  μελλοντικα προβλήματα. Με αυτή την έννοια, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση  ο στόχος  του παιχνιδιού   είναι  το  παιδι να αναπτύξει  μια πιο θετική αυτοαντίληψη,  να γίνει πιο υπεύθυνο  όσον αφορά τις  ενέργειες  και τις πράξεις του,  να αποκτήσει μεγαλύτερη  αυτοπεποίθηση, να αναπτυχθεί η ικανότητα του για αυτο-αποδοχή,  να αναπτύξει την ικανότητα του για  αυτο-έλεγχο, να αναπτύξει  ευαισθησία  προς  την διαδικασία αντιμετώπισης  δυσκολιών, να αποκτήσει   εμπιστοσύνη  στον εαυτό του.

Το κύριο πράγμα που αποκτούν τα παιδιά μέσω της   παιγνιοθεραπείας δεν αφορά  την  γνωστική σφαίρα, αλλά  την  εμπειρία και την  διαισθητική γνώση του εαυτού τους. Υπάρχουν μερικά βασικά αποτελέσματα της παιγνιοθεραπείας: Το παιδί μαθαίνει να σέβεται τον εαυτό του στον βαθμο που νιώθει το σεβασμό  του Σύμβουλου. Αντιδρώντας στα συναισθήματά του με την παρουσία του ενήλικα που τα  αποδέχεται, το παιδί κατανόηει  ότι αυτά τα συναισθήματα μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Στο βαθμό που αυτά τα συναισθήματα εκφράζονται ανοιχτά, παύουν να είναι τόσο έντονα και το παιδί μαθαίνει να τα διαχειρίζεται. Το παιδί μαθαίνει να αναλαμβάνει  την ευθύνη των  πράξεων  του, κάτι  που  είναι δύσκολο να γίνει  στην  επικοινωνία με τους γονείς που συνήθως κάνουν τα πράγματα γι ‘αυτό, στερώντας του  έτσι την ευκαιρία να νιώσει τι σημαίνει να είναι υπεύθυνο  για τις πράξεις του. Το παιδί μαθαίνει να αποδέχεται τα συναισθήματά του, μέσω  της  στάσης της άνευ όρων αποδοχής του σύμβουλου. Το παιδί  ερχόμενο αντιμέτωπο με ένα πρόβλημα το οποίο  στο παρελθόν του προκαλούσε ανησυχία, μαθαίνει να χρησιμοποιεί  τις εσωτερικές του  δυνατότητες  και να το προσεγγίζει δημιουργικά.

Ποπόβα Γκεργκάνα

Ψυχολόγος- Προσωποκεντρική Συμβουλος Ψυχικής Υγείας,

Παιδοκεντρική Παιγνιοθεραπεύτρια- Συνεργάτης του Ε.Ψ.Μ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ